Παρά την ευπρόσδεκτη αναθέρμανση της σχετικής συζήτησης, διστάζει κανείς να χαρακτηρίσει το 2018 ως «έτος κλειδί» για το μέλλον της Ευρώπης και να ελπίζει σε μια ουσιαστική αλλαγή της θλιβερής εικόνας που παρουσιάζει το περίφημο ευρωπαϊκό οικοδόμημα.
Η έμφυτη τάση της Ευρωπαϊκής Ενωσης προς τη δυσκινησία και τον συντηρητισμό καθώς και η προχειρότητα πολλών από τις προτάσεις, που έχουν κατατεθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, τον Εμανουέλ Μακρόν και τον Μάρτιν Σουλτς, δεν εμπνέουν ιδιαίτερη αισιοδοξία. Αυτό, όμως, ουδόλως αναιρεί τη σημασία της συζήτησης που διεξάγεται σε πολιτικό, ακαδημαϊκό και κοινωνικό επίπεδο, η οποία μπορεί να λειτουργήσει ως παρακαταθήκη για ένα καλύτερο ευρωπαϊκό μέλλον.
Το σίγουρο είναι ότι η πολυδιάστατη ευρωπαϊκή κρίση της δεκαετίας του 2010 ανέδειξε τις εσωτερικές αντιφάσεις, εγγενείς παθογένειες και δομικές ανωμαλίες του οικοδομήματος της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. H απόσταση ανάμεσα στο φιλοσοφικό και πολιτικό ιδεώδες της ευρωπαϊκής ενοποίησης και την πραγματικότητα του τεχνοκρατικού αυταρχισμού είναι τέτοια, που καμία επίκληση μιας αόριστης, μελλοντικής και ανέφικτης ομοσπονδιοποίησης δεν μπορεί να καλύψει. Αντίθετα, λειτουργεί ως άλλοθι για την κανονικοποίηση μιας μόνιμης κατάστασης εξαίρεσης που ήδη έχει βάλει την Ευρώπη σε μια ατραπό αποσύνθεσης και, τελικά, διάλυσης, ουσία αν όχι τύποις.
Επομένως, μια ριζική αναθεώρηση του Ευρωπαϊκού Σχεδίου κρίνεται, όντως, αναγκαία και επείγουσα, μολονότι οι προοπτικές υλοποίησής της δεν φαίνονται, με τα σημερινά δεδομένα, ιδιαίτερα ευοίωνες. Η αναθεώρηση αυτή οφείλει να βασίζεται πάνω σε τρεις πυλώνες – θεμελιώδεις παραδοχές:
Πρώτον, οι συνθήκες για την άσκηση της δημοκρατίας σε υπερεθνικό/ευρωπαϊκό επίπεδο δεν υφίστανται, όπως δεν υφίσταται η έννοια του «Ευρωπαίου Πολίτη».
Το δημοκρατικό εθνικό κράτος, ως πολιτική μορφή οργάνωσης των ευρωπαϊκών κοινωνιών θεμελιωμένη στον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό, παραμένει το μοναδικό ενεργό σύστημα πολιτειακών και νομικών θεσμών που εξασφαλίζει τις ατομικές και ιδίως τις πολιτικές ελευθερίες και δικαιώματα.
Δεύτερον, μια νέα ανάγνωση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων οφείλει να τα προσεγγίζει με τρόπο συνολικό, χωρίς ιεραρχική κατηγοριοποίηση ανάμεσα σε, αφενός, ατομικά και πολιτικά και, αφετέρου, κοινωνικά δικαιώματα, τα οποία έχουν δεχτεί την πλέον βάναυση επίθεση από τον νεοφιλελευθερισμό που δημιουργεί συνθήκες πρωτοφανούς ανισότητας και καταπίεσης, υπονομεύοντας έτσι και τα πρώτα.
Το σημαντικότερο, τα κοινωνικά δικαιώματα πρέπει να θωρακίζονται με εξίσου αποτελεσματικούς και λειτουργικούς μηχανισμούς ελέγχου της τήρησής τους και παροχής έννομης προστασίας σε περίπτωση παραβίασής τους: η ελευθερία είναι εξίσου σημαντική με την ισότητα ή, μάλλον, δεν μπορεί να νοηθεί χωρίς την τελευταία.
Τρίτον, η αναδιοργάνωση της Ευρώπης οφείλει να λάβει χώρα εντός ενός πολύ περισσότερο ευέλικτου θεσμικού πλαισίου, το οποίο θα σέβεται τη συνταγματική κυριαρχία, την κανονιστική αυτονομία και την πολιτισμική ιδιομορφία κάθε ευρωπαϊκής χώρας. Εντός αυτού του πλαισίου ο βαθμός συμμετοχής κάθε κράτους σε οποιοδήποτε σχήμα στενότερης ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης οφείλει να είναι αποκλειστικό κυριαρχικό του δικαίωμα με μοναδικό κριτήριο τα καλώς εννοούμενα συμφέροντά του, η δε Ευρωπαϊκή Ενωση είναι μόνο ένας από τους πολλούς ευρωπαϊκούς οργανισμούς με αντικείμενο τη συνεργασία και την ολοκλήρωση, όχι ο μοναδικός, ίσως δε ούτε υποχρεωτικά ο σημαντικότερος.
Η Ευρώπη à la carte είναι κάθετα απορριπτέα με την έννοια ενός συστήματος κοινών, υποτίθεται, κανόνων, τις οποίες όμως τα ισχυρότερα κράτη μέλη μπορούν να παραβιάζουν κατά το δοκούν. Ωστόσο, ως ένα θεσμοθετημένο σύστημα επιλογών ανάμεσα σε διάφορες πολιτικές, διαρθρωμένες συνεργασίες, στάδια ολοκλήρωσης και ευρωπαϊκούς οργανισμούς, μπορεί να προσφέρει μια ευκαιρία που αξίζει να διερευνηθεί.
Η ευέλικτη, οριζόντια και ανοιχτή Πολλαπλή Ευρώπη (Multiple Europe) αντιδιαστέλλεται, με τον τρόπο αυτό, με τη μονολιθική και κάθετα ιεραρχική Ευρώπη των Πολλών Ταχυτήτων (Multispeed Europe), στο κέντρο -ή στην κορυφή- της οποίας τοποθετείται η Ευρώπη του Πυρήνα (Kerneuropa).
Αυτή θα ήταν, πράγματι, μια πρόταση για την ανασυγκρότηση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης με βάση τον πραγματισμό και σχεδιασμένη έτσι ώστε να επιβεβαιώνει την ενότητα και τη λειτουργικότητα, σεβόμενη ταυτόχρονα την πολιτισμική πολυμορφία και την κανονιστική αυτονομία των κρατών-μελών. Η κεντρική ιδέα αυτής της πρότασης είναι ότι η συνταγματική κυριαρχία των ευρωπαϊκών κρατών δεν πρέπει να θεωρείται περίπου απαγορευμένη φράση ούτε, βέβαια, είναι συνώνυμη με τον εθνικισμό και την απομονωτιστική περιχαράκωση.
Αντίθετα, μπορεί να αποδειχτεί το μόνο κατάλληλο εργαλείο για τη διασφάλιση της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Ευρώπη και για την αποτροπή, συγχρόνως, αυτών ακριβώς των διαλυτικών φαινομένων. Η αναγνώριση αυτού του γεγονότος ίσως είναι το μόνο πρακτικό ανάχωμα απέναντι στον ακροδεξιό λαϊκισμό που απειλεί να βυθίσει την ήπειρό μας σε μια δυστοπία βγαλμένη από τις σκοτεινές σελίδες της Ιστορίας της, τις οποίες πίστευε πως είχε αφήσει πίσω οριστικά.
* δικηγόρος, διδάκτωρ Νομικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, κάτοχος LLM από το London School of Economics
