Από τον κινηματογράφο ξανά στο θέατρο. «Τα πικρά δάκρυα της Πέτρα Φον Καντ» του Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ σκηνοθετούν δύο νέοι σκηνοθέτες, η Κορίνα Βασιλειάδου και ο Χάρης Πεχλιβανίδης, που ανεβαίνει από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος στο Φουαγιέ της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών. Η Αγγελική Παπαθεμελή ερμηνεύει τον ρόλο τής Πέτρα φον Καντ.
Σε ένα αστικό σαλόνι της Δυτικής Γερμανίας, τη δεκαετία του 1970, έξι γυναίκες διαφορετικής γενιάς παίζουν η κάθε μία τον ρόλο της στην ερωτική ιστορία μιας διάσημης σχεδιάστριας μόδας, της Πέτρα Φον Καντ. Η σχεδιάστρια, η υπηρέτρια, η ερωμένη, η κόρη, η γιαγιά, η φίλη. Γυναίκες που αναζητούν τρόπο συνύπαρξης μέσα από παιχνίδια εξουσίας, ταύτισης με κοινωνικούς ρόλους, αφήνοντας προκλητικά ανοιχτό το αίτημα για αγάπη.
Η επιταγή του έργου για ένα «μαζί» των ανθρώπων που συνεχώς αποτυγχάνει είναι ο άξονας πάνω στον οποίο κινήθηκε η σκηνοθετική αντίληψη. «Πώς απομονώνονται οι άνθρωποι και πώς τα καταφέρνουν τόσο καλά σ’ αυτό;» λέει η Κορίνα Βασιλειάδου. «Πώς μεταμορφώνονται τόσο συχνά σ’ αυτό που κατηγορούν; Ποιο είναι τελικά το τίμημα της ελευθερίας στις σχέσεις μας; Το έργο, μαζί με όλα τα ζητήματα που ανοίγει, θα ήταν δυσβάσταχτο χωρίς ένα μοίρασμα και έτσι, από εδώ και στο εξής, η παράσταση αφιερώνεται από πλευράς μου στην ορμή των νεοφώτιστων, στις ευκαιρίες που χάνονται, στη μάχη της συνύπαρξης, στην άνευ όρων αγάπη που μιλά σε γλώσσα ακατάληπτη, στη σιωπή μπροστά στην ομορφιά».
Σημείο εκκίνησης για τους δύο σκηνοθέτες ήταν η ταινία του Φασμπίντερ. Η μεγάλη πρόκληση ήταν πώς θα μεταφερθεί αυτό το σύμπαν, το άρτια αναπτυγμένο στην κινηματογραφική γλώσσα, πάνω στη σκηνή. Μια βασική επιλογή ήταν να αφαιρέσουν το φασμπιντερικό κρεβάτι πάνω στο οποίο διαδραματίζεται το μεγαλύτερο μέρος της ταινίας. Και τότε γεννήθηκαν κι άλλες επιλογές που σταδιακά οδήγησαν στην απογύμνωση του σκηνικού χώρου και επακόλουθα σ’ έναν συγκεκριμένο υποκριτικό κώδικα.
«Ολη η σημειολογία της μεταμόρφωσης του κρεβατιού ως εργαλείου επιβολής εξουσίας λειτούργησε εσωτερικά στις σχέσεις των προσώπων, καθώς και στη συνολική τους παρουσία επί σκηνής» λέει η Κορίνα Βασιλειάδου. «Ο τρόπος που υπάρχουν οι χαρακτήρες επί σκηνής δεν είναι ποτέ “φυσικός”, τα σώματά τους μαρτυρούν και μια άλλη, παράλληλη ιστορία που κυλά κάτω από την επιφάνεια –ένας παραστασιακός κόσμος που δημιουργήσαμε με τις ηθοποιούς, έχοντας την πολύτιμη βοήθεια της κίνησης από τη Σοφία Παπανικάνδρου.
Οσο για τις ηθοποιούς -συμπεριλαμβανομένης της Αγγελικής Παπαθεμελή που ανέλαβε τον ογκόλιθο του πρωταγωνιστικού ρόλου- δεν θα μπορούσα να είχα ευχηθεί για κάτι καλύτερο. Ολες έφεραν στους χαρακτήρες που υποδύονται στοιχεία πολύ προσωπικά και ιδιαίτερα. Η συνεργασία μαζί τους υπήρξε έμπνευση και κινητήριος δύναμη που προχωρούσε τα πράγματα αβίαστα και δημιουργικά προς τα εμπρός».
Το έργο κινείται πέραν του τυπικού μελοδράματος με τα μοτίβα έρωτας και προδοσία, ιδιοκτησία και στέρηση.
«Το κείμενο από γραφής -γράφτηκε ως θεατρικό έργο και ανέβηκε ένα χρόνο πριν γίνει ταινία- κινείται στα μονοπάτια του μελοδράματος» λέει ο Χάρης Πεχλιβανίδης. «Αυτό που δεν κάνει το έργο και την ταινία τυπικό μελόδραμα είναι η υποκριτική αντιμετώπιση. Η έννοια της αποστασιοποίησης στην υποκριτική έρχεται και συμπληρώνει -μέσω της αντίστιξης- το μελό.
»Τη σκηνή, την οθόνη κατά Ράινερ, πλημμυρίζει το συναίσθημα, με τον πιο απενοχοποιημένο τρόπο μάλιστα. Τα σώματα όμως των ηθοποιών δεν χάνουν ποτέ το στιλιζάρισμά τους. Το έργο είναι ένα περίεργο κράμα μελοδράματος, ρεαλισμού και φορμαλισμού κι έτσι το αντιμετωπίσαμε στην παράσταση.
Σ’ αυτό βοήθησε πολύ και η μουσική. Διατηρήσαμε τις μουσικές επιλογές του Φασμπίντερ, που υπογραμμίζουν τη συναισθηματική κατάσταση της σκηνής, κάτι το οποίο χαρακτηρίζει το μελόδραμα, αλλά παράλληλα γράφτηκε και πρωτότυπη μουσική από τον Μίνω Μάτσα, η οποία λειτουργεί στην παράσταση άλλοτε ως εργαλείο που υποσκάπτει το μελό κι άλλοτε ως παραμορφωτικό στοιχείο των χαρακτήρων».
Κοινό χαρακτηριστικό των γυναικών είναι η αγωνία τού να υπάρξουν, η επιθυμία να εισπράξουν αγάπη, αποδοχή που όμως εκφράζεται με σχέσεις αλληλεξάρτησης, με μάχη.
«Είναι σκληρός ο κόσμος του έργου», λέει ο σκηνοθέτης, «αμφιβάλλω αν ο θεατής μπορεί να ταυτιστεί με κάποιο από τα πρόσωπα με την έννοια του θετικού ήρωα. Περισσότερο σαν αντι-ηρωίδες είναι οι μορφές του Φασμπίντερ, όσο αναγνωρίσιμες κι αν είναι, νομίζω προκαλούν περισσότερο την κριτική ματιά του θεατή παρά την ταύτιση μαζί τους. Το έργο αναλύει τις ανθρώπινες σχέσεις, ερωτικές, φιλικές, οικογενειακές, και προχωράει βαθύτερα φέρνοντας στην επιφάνεια όλη τη μαυρίλα, τη βία, την ανάγκη για κατάκτηση. Οι τόσο ανάγλυφοι χαρακτήρες με τα κρυμμένα επίπεδα προς έρευνα γοητεύουν τον ηθοποιό, τον ιντριγκάρουν».
Κατά τον Χάρη Πεχλιβανίδη η κοινωνική, ταξική διάσταση στο έργο είναι ξεκάθαρη.
«Οπουδήποτε υπάρχει εξουσία -σε οποιαδήποτε μορφή- υπάρχει καταπίεση, άρα και τάξεις. Η κοινωνία που περιγράφει ο Φασμπίντερ είναι η δική μας κοινωνία, αυτή που συνδημιουργούμε μέρα με την μέρα, στηριγμένη στις ταξικές διαφορές, στην άσκηση εξουσίας, στην επιβολή. Επίσης ο έρωτας έχει κατά βάση πολιτική διάσταση, ο τρόπος που συμπεριφερόμαστε στον άλλον μάς καθορίζει και ως πολιτικές οντότητες. Αυτή τη διάσταση τη βλέπουμε αρκετά καθαρά στην ύπαρξη ενός από τους πιο αινιγματικούς ρόλους, τη Μαρλένε.
Η Μαρλένε, όπως λέει και η Πέτρα, «ξέρει τα πάντα, ακούει τα πάντα», αλλά δεν μιλάει. Είναι η βοηθός της, η συνεργάτις της, η ερωμένη της, εκείνη που η Πέτρα χειρίζεται όπως επιθυμεί. Στη σχέση τους η ταξική διαφορά είναι έντονη, κυρίως επειδή δεν υπάρχει αντίλογος, και στο τέλος ανατρέπεται. Από την άλλη στον κεντρικό έρωτα του έργου μεταξύ Πέτρα και Κάριν η ερωτική επιθυμία μετατρέπεται σε κτητικότητα, η αγάπη σε βία, το ερωτικό τοπίο, που στην αρχή ευωδίαζε, τώρα με τη συνύπαρξη που βασίζεται στην επιβολή πλέον βρομάει πόλεμο».
ΚΘΒΕ/Φουαγιέ της ΕΜΣ (Εθνικής Αμύνης 2, Θεσσαλονίκη, τηλ.: 2315-200200). Μετάφραση: Γιώργος Δεπάστας. Παίζουν: Α. Παπαθεμελή, Ι. Δεληγιαννίδη, Σ. Ζώρα, Μ. Παντελοπούλου, Ρ. Τσιλιγκαρίδου. Παραστάσεις: Τετ. 18.00, Πέμ. -Σάββ. 21.00, Κυριακή 19.00. Ακατάλληλη για ανηλίκους.
