Βιβλία στο προσκέφαλο: Πολυαγαπημένα, πολυδιαβασμένα, βιβλία που μας διαμόρφωσαν ή μας στήριξαν σε δύσκολες στιγμές. Πρόσωπα της γραφής ξεφυλλίζουν την «αυτοβιογραφική» βιβλιογραφία τους.
Φιλόλογος, που τα τελευταία χρόνια επικεντρώνεται στις ψηφιακές ανθρωπιστικές σπουδές στην Ιρλανδία και μεταφραστής, ο σημερινός φιλοξενούμενος της στήλης μας ανατράφηκε περιτριγυρισμένος από λέξεις, εικόνες και ιδέες (γιος της Μάρως Δούκα και του διευθυντή κινηματογραφικής παραγωγής Νίκου Δούκα).
Μ’ ένα πεζογραφικό βιβλίο και τρεις ποιητικές συλλογές προσώρας (έχοντας ήδη βραβευτεί από το περιοδικό «Διαβάζω» και την Ακαδημία Αθηνών) ο Γιάννης Δούκας στοχεύει σε μια ποίηση όπου η ειρωνική νοσταλγία, η κοινωνική ανησυχία αλλά και η ενσωμάτωση τρόπων και προσώπων ποιητικής εμψυχώνουν τη γραφή του.
Εδώ ο ποιητής φυλλομετράει, ανακεφαλαιώνει, υπογραμμίζει βιβλία, σελίδες, χαρακτήρες, εμμονές και μαθητείες της αυτοβιβλιογραφίας του.
Επιμέλεια: Μισέλ Φάις
Ακλειστα ακόμη τα δεκάξι μου και, παρότι η κυριαρχία του βιβλίου στο εφέστιο οικοσύστημα ήταν, το δίχως άλλο, επιβλητική, τα βασικά μου αναγνώσματα ώς τότε ήταν περιοδικά: το Τρίποντο της μπασκετικής επικαιρότητας, το Ποπ & Ροκ, το Σινεμά, το Δίφωνο και το Μετρό.
Τότε, καθώς ετοιμαζόμουν, χωρίς προσήλωση κι ενδιαφέρον, για ένα επαναληπτικό διαγώνισμα της Φυσικής, ανέσυρα από το ράφι Το στρίψιμο της βίδας του Χένρι Τζέιμς, κατάμαυρο και μικροκαμωμένο. Διαβάζοντάς το, ανοιγμένο μες στο σχολικό εγχειρίδιο, ήταν σαν ν’ ανακάλυπτα για πρώτη φορά τη λογοτεχνία ως απόδραση και ως ευκαιρία να οριοθετήσω τον χώρο μου.
Με αυτή την απαρχή, ξεκίνησα να καταγράφω τα βιβλία που διάβαζα. Μόλο που, είκοσι χρόνια τώρα, έχω κατά καιρούς δυσανασχετήσει με τη σωρευτική μανία και τον αρχειακό μου πυρετό, απολαμβάνω τις επισκέψεις μου σ’ αυτό τον κατάλογο, όχι για να γυαλίσω τα παράσημά μου, αλλά για να συλλάβω τον εαυτό μου εν εξελίξει, να θυμηθώ και όσα αποσιωπούνται ή δεν ανακαλούνται πια. Κι έτσι, το κείμενο αυτό να μπορούσε να θεωρηθεί και κριτικό υπόμνημα, εν είδει αναγνωστικής αγωγής.
Οι Αδελφοί Καραμάζοβ, πρώτη αναμέτρηση μ’ έργο τέτοιας εμβέλειας και πρώτο κρυφοκοίταγμα στην άβυσσο του ανθρώπινου, με τη γλώσσα να υποβάλλει ότι διαμέσου όλου του χρόνου δεν αλλάζουμε, για τα ίδια αγωνιούμε, μεγαλουργούμε, σκοντάφτουμε.
Ο Σταντάλ και ο Φλομπέρ, με Το κόκκινο και το μαύρο και την Αισθηματική αγωγή, στην ακτινογραφική εντέλεια του ρεαλισμού που ανυψώνει τη διαδρομή δυο νέων ανδρών σε καμβά συμφιλιωμένων (ή μη) υπαρξιακών αντιφάσεων.
Το Περί ηρώων και τάφων του Ερνέστο Σάμπατο, για την πρωταγωνίστρια πόλη του Μπουένος Αϊρες και τη μυθολογία του παλιού κόσμου μέσα στον νέο. Ο Μπόρχες, ανθολόγος και συμπιλητής της παγκόσμιας βιβλιοθήκης. Οι Αγριοι ντετέκτιβ και το 2666 του Ρομπέρτο Μπολάνιο, με το εύρος της σύνθεσης που φιλοδοξεί και κατορθώνει να τα συμπεριλάβει όλα.
Ο πρωτεϊκός και πειραματικά παιγνιώδης Ιταλο Καλβίνο, με πρώτο σταθμό το Aν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης. Η Σταυροφορία χωρίς σταυρό του Αρθουρ Κέσλερ, με τη θεμέλια ρωγμή της αμφιβολίας και τη βάναυση γλυπτική της ιστορικής συγκυρίας. Η τύφλωση του Ελίας Κανέτι, υποδειγματικά μεταφρασμένη από την Τζένη Μαστοράκη, πανίσχυρα αλληγορική για τους αιώνια ανοχύρωτους απέναντι στους άλλους. Αλλά και το αστυνομικό μυθιστόρημα, ιδίως ο Τάιμπο και η Τριλογία της Μασσαλίας του Ζαν-Κλοντ Ιζό.
Τον ένα χρόνο που σπούδαζα στο Λονδίνο, δεν θα μπορούσα να τον διανοηθώ χωρίς τα κείμενα της Βιρτζίνια Γουλφ, την Κυρία Νταλογουέι, πρωτίστως, διαβασμένη καθ’ οδόν, σε μετρό και λεωφορεία, διασταυρώνοντας τις διαδρομές μου με τις δικές της. Αλλά και το οικουμενικό Νιούαρκ, που ουδέποτε επισκέφτηκα, εξίσου στιβαρό μέσα μου. Με τη μυθοπλασία του εαυτού, της φυλής και του φύλου, ο Φίλιπ Ροθ είναι, αν όχι ο αγαπημένος μου, οπωσδήποτε ο απολαυστικότερος μυθιστοριογράφος που έχω διαβάσει.
Και από εκεί, στην ελληνική πεζογραφία: τις Ακυβέρνητες Πολιτείες του Στρατή Τσίρκα, οδικό χάρτη για τη συνομιλία της λογοτεχνίας με την Ιστορία και, μαζί με Το κιβώτιο του Αρη Αλεξάνδρου, διαπραγμάτευση μιας αριστερής ταυτότητας χωρίς δεσμεύσεις. Ο μπιντές του Μάριου Χάκκα, ανασκαφή στα ενδότερα μιας χώρας που προόδευε ολοταχώς – για να φτάσει ώς σήμερα. Και το απόκρημνο ξάφνιασμα του Γιώργου Χειμωνά.
Σπούδαζα, ωστόσο, και φιλόλογος. Οποτε μου δινόταν η ευκαιρία να δραπετεύσω απ’ τους σχολιασμούς και τις βιβλιογραφίες, τα ίδια τα κείμενα, ως κοινό κτήμα και όχι εθνικό καύχημα, μου άφηναν την αίσθηση της σεφερικής χειραψίας: «αγγίζοντας κάποτε με τα δάχτυλά μας την αφή του πάνω στις πέτρες». Ετσι με την Ιλιάδα, τον Ευριπίδη και, αργότερα, το αναστοχαστικό και καλλιεργημένο παιχνίδισμα της ύστερης αρχαιότητας.
Και για την ποίηση, ούτε λέξη; Εκεί, μαθητευόμενος μονίμως στο εργαστήρι της Κυράς-Ηχούς, τι ακριβώς να πω για τον Διονύσιο Σολωμό, τον ανένταχτο Καβάφη, τον Σεφέρη (όχι μόνο για τα Ποιήματα, αλλά και τις Μέρες του), τον Κάλας, τον Γκάτσο, τον Καββαδία, τον Αναγνωστάκη, τον Κακναβάτο, τον Αριστοτέλη Νικολαΐδη; Τι για τα ποιήματα του Ελιοτ, διαβασμένα κατά τη διάρκεια ενός ιταλικού χειμώνα; Τι για τα σχήματα και τους στίχους, την πόρτα ορθάνοιχτη, τα δώρα που όλο έρχονται, τι για το ολάνθιστο μειδίαμα και την αλάνθαστη χωρίστρα του Νίκου Εγγονόπουλου;
Τελευταίο βιβλίο του Γ. Δούκα είναι η ποιητική συλλογή «Το σύνδρομο Σταντάλ» (Πόλις, 2013)
