Γράφω το σημείωμα αυτό με την αίσθηση ενός ρέκβιεμ για μια χαμένη ευκαιρία του θεάτρου μας. Οι «Ιδιωτικές ζωές» δεν ευτύχησαν στη σκηνή του «Γκλόρια» -αν είμαι μάλιστα σωστά ενημερωμένος, ίσως κατεβούν νωρίτερα κι από τη δημοσίευση αυτής της στήλης. Είναι περίεργη η θέση μου. Οταν το ίδιο το θέατρο με τους αδυσώπητους μηχανισμούς του έχει αποφασίσει για την τύχη μιας παράστασης, ποιος ο λόγος μιας -εξασφαλισμένα άστοχης- αξιολόγησης εκ των υστέρων;
Δύο οι λόγοι. Ο πρώτος είναι ότι, όπως πιστεύω, η παράσταση -η πρόθεση και μέρος της εκτέλεσής της- αδικήθηκε από αυτήν την εξέλιξη. Είτε γιατί δεν συνάντησε το κοινό που είχε εξαρχής στοχεύσει, είτε γιατί βρέθηκε σε μια ασύμβατη σχέση το καλλιτεχνικό με το εμπορικό μέρος, είτε γιατί τέλος πάντων πλήρωσε τη ρήτρα του κεντρικού θεάτρου, πως μια παράσταση οφείλει να κάνει τα δρομολόγιά της με πολλά εισιτήρια. Για όλα αυτά και για πολλά άλλα, δεν προλάβαμε να δούμε, να εξετάσουμε και να βάλουμε στη θέση που της ανήκει τη σκηνοθετική πρόταση του Αλέξη Ρίγλη, την τόλμη των ονομάτων της διανομής και τη διάθεση της «μειοψηφίας» που βρήκε σε αυτήν την ιδέα κάτι αληθινά ενδιαφέρον για το θέατρο του Κάουαρντ.
Ο άλλος, ο δεύτερος λόγος είναι -λυπάμαι- περισσότερο «σπουδαστικός». Εχει να κάνει με την ευκαιρία που μας προσφέρει η παράσταση να εξετάσουμε τη συνύπαρξη των δύο όψεων του θεάτρου μας και να δούμε σε πραγματικό χρόνο τη μεταξύ τους απόσταση, την ασυνεννοησία, αν όχι και την εκατέρωθεν καχυποψία τους. Αξιόλογους καλλιτέχνες που εργάζονται στις μεγάλες σκηνές μας έχουμε αρκετούς. Ωστόσο, σπάνια, σπανιότατα λειτουργούν ανεξάρτητα, απρόσκοπτα, ανυπόκριτα. Οι περισσότεροι αντιμετωπίζουν την κατάσταση σαν μια αξιοπρεπή επαγγελματική διεκπεραίωση, σαν μια μεγάλη δόση από βουλεβάρτο με μια πρέζα πρωτοτυπίας στην άκρη, ώστε να μείνουν όλοι ευχαριστημένοι στο τέλος, βολεμένοι και, κυρίως, πληρωμένοι.
Οχι όμως εδώ, στο «Γκλόρια». Τον Αλέξη Ρίγλη τον γνωρίζαμε από ορισμένες προηγούμενες εργασίες του και ξέραμε από πριν τα χαρακτηριστικά της δουλειάς του. Τον χαρακτηρίζει η φορμαλιστική παρέμβαση. Και, από κοντά, ο άπλετος ενθουσιασμός για τον πυρήνα του έργου που ανεβάζει, ώστε να κάνει τα άλλα άνω-κάτω προκειμένου να φτάσει σ’ αυτόν.
Ξέραμε, από την άλλη, και τους κεντρικούς συνεργάτες της παράστασης που εκλήθη να σκηνοθετήσει. Για τη Ζέτα Μακρυπούλια είχε πει κάποτε ο Χρήστος Λούλης ότι δεν μοιράζονται οι δυο τους το ίδιο επάγγελμα. Θυμάμαι πως είχε η ίδια στενοχωρηθεί με αυτό. Δεν θα έπρεπε, κατά τη γνώμη μου. Δεν έχει πράγματι τις ερμηνευτικές ικανότητες του Λούλη, ίσως δεν έχει κατακτήσει και τα εργαλεία. Διαθέτει όμως δεξιότητες, χαρίσματα, μαζί με τη λάμψη της «θεατρίνας», την οποία πολλοί άλλοι -και ο Λούλης- στερούνται. Και οι δύο στο θέατρο ανήκουν, δεν μοιράζονται όμως την ίδια σκηνή.
Και είναι σπάνιο, αν όχι και ακατόρθωτο, στα ειωθότα και τις δυνατότητες του θεάτρου μας οι δύο πλευρές να συναντηθούν και ακόμη περισσότερο να φιλιώσουν (όπως συμβαίνει, ας πούμε, στο αμερικανικό μιούζικαλ). Μόλις πρόσφατα έπιασα τον εαυτό μου να αναρωτιέται, βλέποντας ένα αφιέρωμα για τον Φιλοποίμενα Φίνο, αν θα βάζαμε με το μυαλό μας να ανταλλάσσει έστω και χειραψία με τον συνομήλικό του, γείτονα και καλλιεργητή στο παρακάτω μόλις αλωνάκι, τον Κάρολο Κουν.
Θυμάμαι, τέλος, και τον Κάουαρντ. Σαν τον τελευταίο Βρετανό με τα γονίδια στο συγγραφικό αίμα του τού Ουάιλντ, ευφυή και αφρώδη και αέρινο, ολόκληρο σχήμα σκέψης και συμπεριφοράς γύρω από μια εποχή λεπτής ειρωνείας και επίπλαστης ηρεμίας, πριν το Κραχ χτυπήσει την πόρτα της Ευρώπης. Μια τεράστια τότε επιτυχία του βρετανικού θεάτρου, το «Ιδιωτικές ζωές», πατημένη σήμερα σαν χαλί από τις πολλές επαναλήψεις. Ποιος, στα αλήθεια, σήμερα μπορεί να ερμηνεύσει τη σκέψη του Κάουαρντ στην άκρη της γλώσσας και στο σώμα μιας ελίτ που παραδίδεται στον εαυτό και την ανεμελιά της; Και ποιος στα αλήθεια ενδιαφέρεται;
Κι όμως, υπάρχει ίσως κάτι που σώζεται και κινείται στο βάθος. Είναι η αγωνία των ανθρώπων να βρουν ο ένας τον άλλον, όταν και οι ίδιοι γνωρίζουν την αδυναμία τους να φιλιώσουν πρώτα με τον εαυτό τους. Κι έτσι, σ’ αυτό το παιχνίδι τού «μαζί δεν κάνουμε και χώρια δεν μπορούμε», υπεισέρχεται η μελαγχολική σάτιρα για την αναζήτηση της ταυτότητας πίσω από την επιτήδευση, τα σχήματα λόγου και τα προσχήματα ευτυχίας.
Το δεύτερο στοιχείο που υπάρχει στον Κάουαρντ είναι η τολμηρότητά του. Οσο και να ακούγεται σήμερα περίεργο, για τα ήθη του ‘20, οι «Ιδιωτικές ζωές» αψηφούν πολλές από τις ηθικές -τότε- νόρμες. Πικάρουν και ξεσηκώνουν, κυρίως με τον τρόπο που οι δύο πρώην σύζυγοι αδυνατούν να ελέγξουν εκτός των άλλων και το άπλετο σεξ-απίλ τους. Χωρίς αυτό το στοιχείο τολμηρότητας, το έργο χάνει τη δύναμή του, γίνεται νωθρό και αναμενόμενο.
Με αυτά ο Ρίγλης έφτασε στο κέντρο του έργου, στο ειδολογικό του γονίδιο, και πείραξε από εκεί τον μηχανισμό. Η λύση που βρήκε ήταν κατά τη γνώμη μου έξοχη: ένα γαϊτανάκι προσώπων ή, για να το πω καλύτερα, ένα παιχνίδι με θεατρικές καρέκλες, όπου καρέκλες είναι οι ρόλοι και οι ηθοποιοί κάθονται κάθε φορά σ’ όποια προλάβουν!
Το πράγμα γίνεται έτσι γρήγορα μια θεατρικαλίστικη φάρσα, ένα πανδαιμόνιο στο οποίο άλλος ηθοποιός βγαίνει από μια πόρτα και άλλος ξαναμπαίνει. Οι κεντρικοί ρόλοι ξεκινούν από τους πιο ταιριαστούς για τον ρόλο Ζέτα Μακρυπούλια και Αποστόλη Τότσικα, συνεχίζουν κάποια στιγμή από τους -για να είμαστε ειλικρινείς- λιγότερο λαμπερούς συναδέλφους τους (τον Μιχάλη Οικονόμου, την Εφη Γούση, τη Γεωργιάννα Νταλάρα, την Αμαλία Αρσένη, τον Γιώργο Παπαπαύλου και τον Παναγιώτη Σούλη), φτάνουν να καλύπτονται από κάθε συνδυασμό εμφάνισης και φύλου. Σε αυτό το διονυσιακό παραλήρημα μπορούν να συμμετάσχουν όλοι: χωρίς ταυτότητα διαφορετική από τη διάθεση, εμφάνιση άλλη από την αληθινή όψη, προέλευση διακριτή από την ελευθερία που χαρίζει ο έρωτας.
Το παιχνίδι επιταχύνεται ολοένα, σε φόντο αθωότητας, σκηνικό κατάλευκο σαν άγραφη σελίδα. Το λευκό του σκηνογράφου Κωνσταντίνου Ζαμάνη τονίζει το στοιχείο της κομψότητας αλλά και της υπαρξιακής ελαφράδας. Συνομιλεί με το μαύρο της μπούκας στο «Γκλόρια» και συνθέτουν μαζί ένα ασπρόμαυρο πλαίσιο, εξπρεσιονιστικό και σινεφιλικό μαζί, αναφορά στην εποχή του έργου.
Για τους δύο βασικούς ηθοποιούς («ηθοποιοί» εφόσον ερμηνεύουν κάτι άλλο πέρα από τον εαυτό και το είδωλό τους) έχω μόνο να πω καλά λόγια. Ξέρω ότι τσαλακώθηκαν, και είναι πάντα εφιαλτική η ιδέα να διαψεύδεις την ίδια τη μαρκίζα σου. Από τους υπόλοιπους θα περίμενα κάπως περισσότερα: να τονίσουν τα εξπρεσιονιστικά στοιχεία των ρόλων, αντί να στέκουν μεταξύ μάσκας και προσώπου.
Μα έχει, στ’ αλήθεια, νόημα αυτό που κάνουμε τώρα; Ελπίζω πως ναι. Η τέχνη βλέπει τα πράγματα με αυτόν τον τρόπο. Στερείται την απαντοχή τού σήμερα για να αναζητήσει τη θέση της στο αμφίβολο αύριο.
