Η συζήτηση για την άδεια Κουφοντίνα που παρακολουθήσαμε πριν από κάποιο καιρό αποτέλεσε ένα σοβαρό δείγμα για το πώς βλέπει μερίδα της ελληνικής κοινωνίας τους εγκληματίες της και τι νομίζει ότι πρέπει να γίνει με αυτούς.
Τώρα που το θέμα δεν είναι στην επικαιρότητα και άρα μπορεί να υπάρξει σχετική ψυχραιμία και επειδή εκτιμώ ότι το ζήτημα που έθεσε η υπόθεση αυτή αποτελεί μέρος ενός γενικότερου πολιτικού λόγου για το πρόβλημα της εγκληματικότητας, αξίζει νομίζω την προσοχή μας.
Το ενδιαφέρον λοιπόν δεν είναι η χορήγηση της συγκεκριμένης άδειας, αλλά ότι μερίδα του πολιτικού συστήματος διαπνέεται από αντιλήψεις που υποδηλώνουν πως με ευκολία θα δεχόταν την ισχύ του «δικαίου του αίματος» -βλέπε βεντέτα- και την εκδικητική λειτουργία της ποινής.
Κάθε απόπειρα να αποτελέσει η βεντέτα επίκεντρο της κοινωνικής αντίδρασης απέναντι στο έγκλημα καθιστά προσχηματικές, κατά την άποψή μου, τις επικλήσεις για τη μνήμη/δικαίωση των θυμάτων.
Ομως, είναι άλλο πράγμα η ανάδειξη των συνεπειών που προκαλεί το έγκλημα στα επιζώντα θύματα και στις οικογένειές τους, όπως και οι πολιτικές φροντίδας ή προστασίας τους, και άλλο πράγμα η ανάδειξη των ίδιων των θυμάτων, των οικογενειών των θυμάτων και ιδίως επιφανών εκπροσώπων τους σε «δικαστές» των δραστών.
Αυτήν την τελευταία εκδοχή αποδυνάμωσε η εξάπλωση των ιδεών του Διαφωτισμού και η επικράτηση στη συνέχεια του Κράτους Δικαίου: να μη δικάζουν τα θύματα και οι οικογένειές τους τους δράστες και να μην εξαρτάται η καταδίκη και η μεταχείριση των δραστών από την ισχύ των θυμάτων και τη θέση τους στο σύστημα εξουσίας.
Το δημοκρατικό κράτος προστατεύει ως τρίτος μέσω της Δικαιοσύνης το ιδιαίτερο συμφέρον του να αυτοαναπαραχθεί. Η δικαίωση των θυμάτων, η αποκατάσταση της βλάβης, στον βαθμό που μπορεί να επέλθει, δεν είναι υπερέχουσες προτεραιότητες του αστικού κράτους, αλλά υπάγονται στη στάθμιση του συμφέροντος του αστικού δημοκρατικού κράτους να αναπαραχθεί και να ηγεμονεύσει ένα συγκεκριμένο είδος κοινωνικής ευταξίας.
Ετσι, η προστασία του πολίτη αποτελεί και μέρος της κοινωνικής ένταξης στο κράτος και νομιμοποίησης του μονοπωλίου της κρατικής βίας, όχι πράξη απόδοσης της Θείας Δίκης. Σε αυτό τον νομικό πολιτισμό, η ιδέα της εκδίκησης είναι ξένη προς την ιδέα του κράτους περίπου εδώ και 200 χρόνια.
Επίσης, οι ιδέες της τιμωρίας, του σωφρονισμού, της αλλαγής του φρονήματος του καταδικασθέντος, της αναμόρφωσης είναι σαφώς ξένες προς το Κράτος Δικαίου ήδη μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την Οικουμενική Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Αντίθετα, ο δημόσιος διάλογος και ο κοινοβουλευτικός λόγος που αναπτύσσονται για τα θέματα αυτά συχνά υποδηλώνουν μια αντιδημοκρατική-αριστοκρατική αντίληψη για τα δημόσια πράγματα ή και πλήρη απαξίωση κάθε προοδευτικής επιστημονικής γνώσης και παραδοχής και άγνοια της ιστορίας των θεσμών τουλάχιστον.
Ετσι, οδηγούμαστε σε αδράνειες, λάθος συμπεράσματα και πολιτικές που ήδη έχουν αποτύχει. Απτό παράδειγμα είναι η γενικότερη συζήτηση για την ασφάλεια και την εγκληματικότητα που διεξάγεται στην Ελλάδα ιδίως τον τελευταίο χρόνο.
Στο πλαίσιό της οι διαξιφισμοί για την εγκληματικότητα αναπτύσσονται σε λάθος βάση, η εγκληματικότητα αντιμετωπίζεται ως ιδίωμα μιας περιοχής, ενώ καμία απάντηση δεν δίνεται από τους θιασώτες της μηδενικής ανοχής για να εξηγήσει πώς φτάσαμε ώς εδώ.
Εκτός αυτού, η ατυχής ιδέα της ανομίας, που τόσο συζητήθηκε, επιχείρησε να παραποιήσει έννοιες της ανομίας ευρέως δεκτές πλέον των 100 ετών, αποτρέποντας τη συζήτηση από τις στάσεις των τάξεων εξουσίας και από την ουσιαστική ενασχόληση με την εγκληματικότητα.
Προφανώς το πρόβλημα της εγκληματικότητας δεν είναι ανύπαρκτο. Αλλά μια προσεκτικότερη εξέταση των δελτίων της αστυνομίας δείχνει ότι ευδοκιμεί εκείνη η εγκληματικότητα για την οποία οι περιπολίες και γενικά η παρουσία της αστυνομίας λίγα μπορούν να κάνουν: τα στοιχεία υποδεικνύουν τον διαταξικό χαρακτήρα της εγκληματικότητας και την επικινδυνότητα κάποιων ομάδων εξουσίας και αυτά δεν αντιμετωπίζονται με περιπολίες στον δρόμο.
Σήμερα, βρισκόμαστε ενώπιον μιας νέας κατάστασης, ιδιαίτερα κρίσιμης κοινωνικά, που τα κόμματα και η κυβέρνηση πρέπει να λάβουν σοβαρά υπόψη τους: ήδη μπαίνει στην εφηβεία μια γενιά που δεν έχει μνήμη πώς είναι να ζεις χωρίς την κρίση, που μεγαλώνει χωρίς προοπτική βελτίωσης και ταυτόχρονα, εν μέσω έντονων ανισοτήτων, προκλήσεων άμεσου πλουτισμού και απαξίωσης της δημοκρατικής νομιμότητας.
Στο πλαίσιο αυτό, η πρόκληση είναι να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις εκείνες που δεν θα επιτρέψουν στο έγκλημα (και όχι μόνον στο έγκλημα του δρόμου) να γίνει δια-γενεαλογικό πρόβλημα. Κι αυτό είναι μείζον ζήτημα. Μπορεί άραγε να κατανοήσει τη σοβαρότητα του προβλήματος η παρούσα κυβέρνηση;
* καθηγήτρια Εγκληματολογίας και Αντεγκληματικής Πολιτικής ΔΠΘ
