Η φουρνάρισσα ήταν απόλυτη: «Aν αυτοί που πήγαν στο συλλαλητήριο στην Θεσσαλονίκη ήταν φασίστες, τότε να ετοιμάσω το φούρνο να μπω πριν με χώσουν εκείνοι. Να μην πάω τουλάχιστον από τα χέρια τους. Ομως όχι. Δε χαρίζω σ’ αυτούς τον κόσμο που είδα δίπλα στην παραλία. Δεν ξέρω τι ήταν. Ομως ήταν κάτι άλλο».
Πήρα αμήχανη το ψωμί που μου έτεινε. Δεν είχα σκεφτεί μια τέτοια εκδοχή στη σειρά απόψεων, σκέψεων, επιχειρημάτων που έχουν κατακλύσει έντυπο και ηλεκτρονικό Τύπο. Και ανατρίχιασα, γιατί η μακάβρια εικόνα από τους τότε ναζιστικούς φούρνους, τους αυθεντικούς, είναι πολύ ζωντανή μέσα μου από το τελευταίο βιβλίο του Γκρόσμαν που ξαναδιαβάζω: καπνοί, μαυρίλα, τσίκνα και βαριές μυρωδιές και κανένας από τους περίοικους να μην αντιλαμβάνεται τη φρίκη που ήταν κοντά του, δίπλα του.
Με τη μορφή μιας επαναλαμβανόμενης κανονικότητας που είχε τη σιωπηρή αποδοχή αυτών που την υποψιάζονταν, την ένιωθαν, τη γνώριζαν και ουσιαστικά την κατέφασκαν.
Πενήντα ή διακόσιες πενήντα ή όσες χιλιάδες ανθρώπων στην παραλία της Θεσσαλονίκης. Οι περισσότερες που μαζεύτηκαν στην Ελλάδα σ’ αυτό τον μουντό 21ο αιώνα. Τόσοι όσους δεν μπόρεσε να μαζέψει κανένα κόμμα ή κίνημα. Τόσοι που δεν μπορεί να τους συγκέντρωσε κανένας μηχανισμός.
Οσοι δεν ήμασταν εκεί, ας μην τους εξιδανικεύσουμε και ας μην τους δαιμονοποιήσουμε. Ας τολμήσουμε να δούμε το συμβάν. Και ας προσπαθήσουμε, κόμματα, κινήματα και κοινωνία να βγάλουμε κάποια συμπεράσματα.
Τόσος κόσμος στους δρόμους τρομάζει ή/και γοητεύει. Συλλαλητήρια και διαδηλώσεις γίνονται σε όλον τον ταραγμένο κόσμο μας. Eγιναν και και στην Ελλάδα για τον Οτσαλάν, τη Γιουγκοσλαβία, τον Αλέξη Γρηγορόπουλο, τα μνημόνια.
Μήπως οι άνθρωποι που συγκεντρώθηκαν στη Θεσσαλονίκη θεώρησαν πως δεν έπρεπε να υποταχτούν στα κανονικά και αυτονόητα σχέδια των ισχυρών της γης, εκφράζοντας μια υπαρξιακή αγωνία σε έναν κόσμο όπου τα σύνορα –όχι μόνον τα εθνικά, αλλά και τα κοινωνικά, τα οικονομικά και τα ψυχικά– παραβιάζονται με όλο και μεγαλύτερη ευκολία; Και μάλιστα στο όνομα της προστασίας τους;
Οι πολιτικοί είναι αυτοί που πρέπει να προσπαθήσουν όχι να λερώσουν ή να καπηλευτούν αυτό που έγινε, αλλά να αξιοποιήσουν το μήνυμά του με θάρρος, ευθύνη και σοβαρότητα.
Στο μεταξύ είναι καλύτερα να πούμε όχι στις όποιες προσπάθειες διχασμού, αφαιρώντας από το λεξιλόγιό μας κάθε ανεγκέφαλη χρήση των όρων προδότες, φασίστες ή άλλων παρόμοιων.
Με το να έχουν κάνει την κατηγορία «φασίστας» λέξη παντός καιρού για να την ξορκίσουν, οι φίλοι μας οι Γάλλοι κατόρθωσαν να φέρουν την κυρία Λεπέν στα πρόθυρα της εξουσίας. Δεν θα τους μιμηθούμε.
