Τάκης Μίχας
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μέχρι σήμερα έχουν υπάρξει αναρίθμητες μελέτες που προσπαθούν να εξηγήσουν την άνοδο των ναζί στη Γερμανία την περίοδο του Μεσοπολέμου. Αλλες (οι περισσότερες) την αποδίδουν στην οικονομική κρίση του 1922, άλλες στη γερμανική λατρεία για τάξη, άλλες στον παραδοσιακό αντισημιτισμό των κατοίκων της, άλλες στις οικονομικές αποζημιώσεις που επέβαλαν στη χώρα οι Σύμμαχοι κ.λπ.

Ομως, μια νέα μελέτη από 4 Aμερικανούς ιστορικούς – οικονομολόγους απορρίπτει αυτές τις θεωρίες. Σύμφωνα με αυτήν, που εξεδόθη από το National Bureau of Economic Research, ο πιο σημαντικός λόγος είναι τα ακραία μέτρα λιτότητας που επέβαλε ο καγκελάριος Μπρούνινγκ κατά την περίοδο 1930-1932 και συγκεκριμένα το πακέτο μείωσης των κοινωνικών δαπανών και αύξησης των φόρων.

Ας πάρουμε το δημοφιλές επιχείρημα ότι η οικονομική κρίση ευθύνεται για την άνοδο των ναζί. Το πρόβλημα με αυτό το επιχείρημα είναι ότι και πολλές άλλες χώρες επλήγησαν από την κρίση χωρίς να καταλήξουν στον ολοκληρωτισμό.

«Η ένταση της κρίσης στη Γερμανία», αναφέρει η μελέτη, «ήταν ελάχιστα πιο μεγάλη απ’ ό,τι στη Γαλλία και την Ολλανδία και ήταν πολύ μικρότερη από ό,τι στην Αυστρία και τις ΗΠΑ».

Ομως από τις προαναφερθείσες χώρες μόνο στην Αυστρία ήρθε στην εξουσία μια δεξιά στρατιωτική δικτατορία, κάτι που δεν συνέβη στη Γαλλία, την Ολλανδία και τις ΗΠΑ.

Μια άλλη δημοφιλής ερμηνεία, την οποία υποστήριζε και ο γνωστός οικονομολόγος Τζον Μέιναρντ Κέινς, αποδίδει την άνοδο των ναζί στις σκληρές πολεμικές αποζημιώσεις που επέβαλαν στη χώρα μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο οι Σύμμαχοι, οι οποίες ισοδυναμούσαν με 260% του γερμανικού ΑΕΠ του 1913.

Ομως, όπως επισημαίνουν οι συγγραφείς της μελέτης, το μεγαλύτερο μέρος του γερμανικού χρέους δεν ξεπληρώθηκε ποτέ. Το 1931 ο πρόεδρος Χούβερ ανήγγειλε ένα μορατόριουμ στις πληρωμές (1931) και με τη Συνθήκη της Λωζάννης, το 1932, οι πληρωμές με τη συμφωνία των Συμμάχων σταμάτησαν.

Σύμφωνα με τους συγγραφείς, η απάντηση πρέπει να αναζητηθεί σε μεγάλο βαθμό στην ακραία λιτότητα που επέβαλε ο Μπρούνινγκ μεταξύ των ετών 1930 και 1932. Οι κρατικές δαπάνες μειώθηκαν κατά 15%, ενώ παράλληλα αυξήθηκαν οι φόροι στους υψηλόμισθους κατά 10%. Παράλληλα επιβλήθηκε δραστική μείωση συντάξεων, κοινωνικών παροχών και επιδόματος ανεργίας.

Οι οικονομικές επιπτώσεις ήταν συγκλονιστικές. Το ΑΕΠ μειώθηκε κατά 15%, καθώς και τα κρατικά έσοδα. Η ανεργία αυξήθηκε (από 22% σε 44%) και ο Μπρούνινγκ έμεινε στην Ιστορία ως «ο καγκελάριος της πείνας». Οπως αναφέρει η έκθεση:

«Παρά το γεγονός ότι η Γερμανία δεν ήταν η μόνη χώρα που επλήγη από την κρίση, ήταν η μοναδική που επέβαλε βαθιά μέτρα λιτότητας και για μακρά περίοδο. Η Βρετανία, αντίθετα, αύξησε τις κρατικές δαπάνες την ίδια περίοδο»

Ομως η μελέτη δεν σταματά εδώ. Οι συγγραφείς προσπαθούν να ποσοτικοποιήσουν τις επιπτώσεις των μέτρων λιτότητας στην εκλογική υποστήριξη των ναζί. Με άλλα λόγια, προσπαθούν να συνδέσουν αύξηση φόρων/μείωση κρατικών δαπανών με τις ψήφους που πήρε το κόμμα του Χίτλερ.

«Ανεξάρτητα από το πώς προσδιορίζει κανείς τη λιτότητα, ο συσχετισμός της λιτότητας με το μερίδιο των ψήφων που πήραν οι ναζί είναι θετικός και στατιστικά σημαντικός», καταλήγουν. Σύμφωνα με μία εκτίμηση, κάθε αύξηση της περικοπής κρατικών δαπανών κατά 1% οδηγούσε σε αύξηση του μεριδίου των ναζί στις ψήφους κατά 1,825%. Σύμφωνα με την έκθεση, αν δεν υπήρχε η λιτότητα οι ναζί δεν θα μπορούσαν ποτέ να αποκτήσουν το ποσοστό εκείνο των ψήφων που τους οδήγησε στην εξουσία.

Η πολιτική της λιτότητας ερμηνεύει επίσης και τη στάση της μεσαίας τάξης στη Γερμανία, η οποία έσπευσε να ψηφίσει τους ναζί. Ηταν η κοινωνική εκείνη τάξη που υπέφερε περισσότερο από την αύξηση των φόρων, τη μείωση των κρατικών δαπανών, τον αποπληθωρισμό που επέβαλε ο Μπρούνινγκ, τη σφιχτή νομισματική πολιτική που χρειαζόταν για να διατηρηθεί ο χρυσός κανόνας και, τέλος, τις επιπτώσεις της κρίσης.

Οι αστοί δεν ήταν τόσο πλούσιοι ώστε να υποφέρουν την καταιγίδα χωρίς να υποστούν ζημιές, αλλά ήταν αρκετά πλούσιοι ώστε να μην έχουν πρόσβαση σε κοινωνικά επιδόματα. Και οι δημόσιες υπηρεσίες, στις οποίες βασίζονταν, σταδιακά εξαφανίζονταν. Δεν έβλεπαν κανένα μέλλον για τον εαυτό τους ή τις οικογένειές τους.

Εγιναν «αγανακτισμένοι» και εύκολη λεία για τις ακραίες δυνάμεις.