Οι ρωγμές και οι διαρκείς «αναπροσαρμογές» της αφήγησης του ΣΥΡΙΖΑ για την κρίση και την έξοδο από αυτήν· η υπαγωγή της πολιτικής του γλώσσας στην κυρίαρχη φιλελεύθερη ρητορική· η αποδυνάμωση της αναφοράς του στα βασικά κοινωνικά του στηρίγματα και η έντασή της, αντίστοιχα, στα δεινά της «μεσαίας τάξης» (!)· η σιωπηρή απώθηση τού προ του 2015 πολιτικού παρελθόντος· η πρωτοβουλία για την επίσκεψη-προσκύνημα στη Μακρόνησο· το παράδοξο του σχήματος «κυβέρνηση χωρίς κόμμα»· η συχνή εκφορά ενός αποκρουστικού πολιτισμικά λόγου, στο όνομα της υπεράσπισης της κυβέρνησης: όλα αυτά μαζί, ως περισσότερο ή λιγότερο σημαντικές ψηφίδες στο κάδρο της συγκυρίας, που παραπέμπουν όμως στο μείζον θέμα της ταυτότητας ενός κόμματος της ριζοσπαστικής Αριστεράς· εγείροντας ένα πλήθος ερωτημάτων:
Πώς συγκροτείται η ταυτότητα ενός πολιτικού υποκειμένου της Αριστεράς που οριοθετείται από την κλασική σοσιαλδημοκρατία και τις σημερινές μεταμοντέρνες εκδοχές της; Μπορεί να φτιαχτεί ως ανιεράρχητο άθροισμα στοιχείων ή οφείλει να αρθρώνεται γύρω από ιδεολογικές σταθερές και προτάγματα, για μια καθολική χειραφέτηση από τις δουλείες του καπιταλισμού; Συγκροτείται αποκλειστικά με όρους του παρόντος ή κουβαλάει –εκ των πραγμάτων– τη συλλογική, καταγωγική μνήμη του υποκειμένου, δηλαδή την ιστορικότητά του;
Είναι δηλαδή το παρόν ο προνομιακός τόπος συγκρότησης της ταυτότητας; Πρέπει η ταυτότητα να λειτουργεί ως διαρκής ανάγνωση και επανάκτηση του παρελθόντος από τη σκοπιά των υποτελών; Ως οφειλή και υπενθύμιση των διαψευσμένων προσδοκιών τους, ως αδιάλειπτη επανεγγραφή τους στις επαναστατικές ουτοπίες του μέλλοντος; Μήπως αυτό οδηγεί στην καθήλωση, στη νοσταλγία για όσα χάθηκαν και σ’ έναν πολιτικό αναχωρητισμό;
Οι απαντήσεις σε όλα αυτά δεν είναι εύκολες. Το ζήτημα της σχέσης ταυτότητας-μνήμης είναι σύνθετο· και κρίσιμο. Σ’ ένα πρόσφατο άρθρο του απ’ αυτές τις στήλες (30.10.2017), ο Αντ. Λιάκος σκιαγράφησε μια απάντηση, με αφορμή τις ορατές πολιτικές αντιφάσεις του ΣΥΡΙΖΑ. Προσπαθώ να τη συνοψίσω, με επίγνωση των κινδύνων της σχηματοποίησης:
● Η μνήμη δεν πρέπει να λειτουργεί ως ιδεολογία. Διότι έτσι ακρωτηριάζει τον κριτικό αναστοχασμό επί του παρελθόντος. Η μνήμη δεν μπορεί να είναι ένα υποκατάστατο της ταυτότητας· να συγκαλύψει την κρίση της και να τη θεραπεύσει. Μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης απαιτεί μια νέα θετική ταυτότητα. Η σύνθεση της νέας ταυτότητας θα πρέπει να γίνει στο πολιτικό επίπεδο.
● Το άρθρο ανοίγει τη συζήτηση περί ταυτότητας. Προκαταβολικά θέλω να καταθέσω κάποιες σκέψεις, μ’ έναν σχηματικό επίσης τρόπο:
- 1. Πρέπει η μνήμη να λειτουργεί ως ιδεολογία, να μετατρέπεται δηλαδή σ’ ένα είδος «καθεστωτικής μνήμης»; Πριν από την απάντηση να σκεφτούμε: δεν υπάρχει μνήμη μέσα σ’ ένα ιδεολογικό κενό. Η μνήμη είναι έμφορτη ιδεολογίας: η κυρίαρχη μνήμη των νικητών. Και η μνήμη των ηττημένων που πρέπει να ανασυρθεί μέσα από ερείπια. Μέσα από τραύματα και συλλογικές ενοχές.
- 2. Μπορεί η ταυτότητα να υποκατασταθεί από τη συλλογική μνήμη; Η λέξη «υποκατάσταση» λειτουργεί ως σήμα κινδύνου για μια -ενδεχομένως- αποστεωμένη ταυτότητα. Αλλά προηγείται το ερώτημα: Μπορεί να υπάρξει ταυτότητα της Αριστεράς χωρίς τη ραχοκοκαλιά της δικής της μνήμης;
- 3. Μετά το 1989 που σφράγισε την κατάρρευση μιας ολόκληρης παράδοσης, ασκήθηκε στην Αριστερά μια αδιάλλακτη πίεση από το φιλελεύθερο στρατόπεδο. Οχι απλώς για να αποστασιοποιηθεί από την εμπειρία του «ιστορικού κομμουνισμού», αλλά για να «αποκηρύξει» το ιστορικό παρελθόν των επαναστατικών της εγχειρημάτων και της ιδεολογικής της σκευής. Σε συντριπτικό βαθμό, δυνάμεις απ’ όλο το φάσμα της υπέκυψαν. Επιχείρησαν να αναδιαμορφώσουν τις ταυτότητές τους με ρηχούς «εκσυγχρονισμούς». Αυτοδιαλύθηκαν χωρίς να μπορέσουν να ανασυντεθούν ως φορείς μιας εναλλακτικότητας. Η μεγάλη πορεία ενός επιθετικού και παμφάγου καπιταλισμού δεν ανακόπηκε.
- 4. Το αενάως διαστελλόμενο παρόν αυτού του καπιταλισμού, που αφομοιώνει τάχιστα τις διακοσμητικές «μεταρρυθμίσεις» δεν αφήνει χώρο παρά για έναν ανώδυνο διαχειριστικό ρεφορμισμό. Για να επινοήσει εκ νέου μια ριζοσπαστική ταυτότητα, η Αριστερά είναι υποχρεωμένη να επικαιροποιήσει τα βασικά της προτάγματα και να τα επανασυνδέσει με τη σημερινή πολιτική προοπτική της. Να καταστήσει τη μνήμη της μια «στρατηγική για το μέλλον». Να επαναφέρει τα θεμελιακά της προτάγματα: της ισότητας, του σοσιαλισμού. Να τα συναρθρώσει με την πολιτική της πρακτική στη συγκυρία.
Το 1942, ο Κέστλερ μνημόνευσε σ’ ένα άρθρο του «τα αποβράσματα της γης», όπως τα είχαν χαρακτηρίσει οι τότε γαλλικές εφημερίδες: ένα «αλλόκοτο πλήθος» από κομμουνιστές, αριστερούς, αναρχικούς, απ’ όλη την Ευρώπη, που σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, το κολαστήριο του Λα Βερνέ, μαρτύρησαν για τις πεποιθήσεις, τον αντιφασισμό τους, την αξιοπρέπειά τους.
Στα δικά μας εδώ κολαστήρια, τα εγχώρια «αποβράσματα», ηττημένα μετά τον Εμφύλιο, κατέθεσαν τη δική τους μαρτυρία. Η μνήμη των «αποβρασμάτων» που τρεμοσβήνει είναι απαράγραπτο συστατικό της ταυτότητάς μας. Ο εργαλειακός ορθολογισμός της προσαρμογής δεν είναι.
