Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τα γλυπτά του Ογκίστ Ροντέν δίπλα στα Γλυπτά του Παρθενώνα, μέσα στο Βρετανικό Μουσείο. Η πρωτότυπη έκθεση «Ο Ροντέν και η τέχνη της αρχαίας Ελλάδας», που εγκαινιάζεται την άνοιξη στο Λονδίνο και εστιάζει στις επιρροές του πρωτοποριακού Γάλλου καλλιτέχνη από τα Γλυπτά του Παρθενώνα, τα οποία επισκεπτόταν συχνά-πυκνά, αναζωπυρώνει, όπως φαίνεται, τη συζήτηση για την επιστροφή τους στη χώρα μας.

Ηδη ο διευθυντής του Βρετανικού Μουσείου, Χάρτβιχ Φίσερ, κάνει επίδειξη… κτητικής δύναμης. Στην εφημερίδα The Times περιγράφει την έμπνευση του Ροντέν από τις επισκέψεις του στην αίθουσα των Γλυπτών του Παρθενώνα σαν ένα «εξαιρετικό παράδειγμα» για το πώς το Βρετανικό Μουσείο προσφέρει ένα μοναδικό περιβάλλον για τα αρχαιοελληνικά έργα.

Οταν τα παρουσιάζεις σε ένα «παγκόσμιο πολιτιστικό πλαίσιο», βοηθάς τους επισκέπτες να «καταλάβουν πράγματα που μόνο εδώ μπορούν να καταλάβουν» είπε ο δρ Φίσερ σε εκδήλωση για την προβολή της έκθεσης. Επιπλέον χαρακτήρισε «ανοησίες» τον αγώνα των Ελλήνων για την επιστροφή των Γλυπτών του Παρθενώνα, υποστηρίζοντας ότι το Βρετανικό Μουσείο είναι ένας «παγκόσμιας κλάσης θεματοφύλακας αντικειμένων που αποκτήθηκαν την αποικιακή περίοδο».

Η έκθεση που θα εγκαινιαστεί στις 26 Απριλίου περιλαμβάνει περίπου 100 γλυπτά του Ογκίστ Ροντέν (1840-1917), ανάμεσά τους το περίφημο «Φιλί», «Ο σκεπτόμενος», «Ανθρωπος που βαδίζει», «Η χάλκινη εποχή», καθώς και αρχαιότητες της συλλογής του, από το Μουσείο Ροντέν στο Παρίσι. Στο επίκεντρο, η αγάπη του σπουδαίου Γάλλου γλύπτη για τον Φειδία, ο οποίος όπως φαίνεται του έδειξε πώς το γλυπτό σώμα μπορεί να εκφράζει συναισθήματα.

Μπορεί ποτέ ο Ροντέν να μην ταξίδεψε στην Ελλάδα, ούτε είχε δει τον Παρθενώνα από κοντά, ωστόσο τα βιβλία και οι επισκέψεις του στο Λούβρο και στο Βρετανικό Μουσείο εμπλούτισαν τις γνώσεις του. Ειδικότερα, στο Λονδίνο επισκέφτηκε την αίθουσα των Γλυπτών του Παρθενώνα 15 φορές μεταξύ 1881-1917 και όπως δήλωνε: «Στον ελεύθερο χρόνο μου απλώς στοιχειώνω το Βρετανικό Μουσείο».

Το πάθος του Ροντέν για την αρχαία ελληνική τέχνη κράτησε μια ζωή και έδωσε ώθηση στη γλυπτική του. Ο ίδιος φανταζόταν τον Φειδία ως φίλο και δάσκαλο που οδηγούσε το χέρι του στη δημιουργία της ανθρώπινης φιγούρας. Κατάφερε να αποδώσει με την ίδια εκφραστικότητα τη ζεστή σάρκα πάνω στο κρύο μάρμαρο. Εξέφρασε τον θαυμασμό του φιλοτεχνώντας κεφάλι της Αθηνάς να φορά τον Παρθενώνα ως διάδημα. Κι ακόμα, σε ορισμένα έργα του «εξαφάνισε» το κεφάλι ή τα άκρα – άμεση αναφορά στα Γλυπτά που έβλεπε στο Βρετανικό Μουσείο.

Στην ερώτηση αν ο Ροντέν θα είχε την ίδια έμπνευση βλέποντας τα Γλυπτά του Παρθενώνα κάτω από τον αττικό ουρανό, ο δρ Φίσερ απάντησε «αυτό παραμένει αιώνιο ερώτημα», σύμφωνα με τους Times, ενώ για τη στάση του Βρετανικού Μουσείου στο ζήτημα της επιστροφής τους στην Αθήνα δήλωσε: «Ναι, τα Γλυπτά έχουν εκτοπιστεί, τα έχουν πάρει από τον τόπο όπου δημιουργήθηκαν και τοποθετήθηκαν σε ένα άλλο πλαίσιο.

Ετσι, αυτό που λείπει στην Αθήνα βρίσκεται στο Λονδίνο σε ένα διαφορετικό πλαίσιο που ενεργοποιεί άλλες σκέψεις και άλλους τύπους δημιουργικότητας». Mε τον Ιαν Τζένκινς (επικεφαλής επιμελητής των ελληνικών και των ρωμαϊκών αρχαιοτήτων στο Βρετανικό Μουσείο) να συμπληρώνει: «“Λειτουργούν” εδώ όπως πρέπει, σαν ένα δώρο στον κόσμο από την αρχαιότητα. Ξεπερνούν την αρχική τους λειτουργία ως στολίδια και γίνονται αντικείμενα τέχνης».

Η απάντηση ήρθε από τον Αλέξη Μανθεάκη, πρόεδρο της Διεθνούς Επιτροπής Δράσης για τα Μάρμαρα του Παρθενώνα, ο οποίος τονίζει: «Οι δηλώσεις του διευθυντή είναι ανέκδοτο, αποτελούν μέρος των ανόητων δικαιολογιών που παραθέτει εδώ και αρκετό καιρό το μουσείο. Ολη αυτή η συζήτηση περί τέχνης σε ένα -όπως αποκαλείται- παγκόσμιο πλαίσιο γίνεται για να δικαιολογήσει το Βρετανικό Μουσείο πως αποτελεί παγκόσμιας κλάσης θεματοφύλακα της τέχνης στην αποικιοκρατική εποχή – μια βιτρίνα των κατακτήσεων μιας πρώην αυτοκρατορίας».