Η ενόχληση των κυβερνήσεων από δικαστικές αποφάσεις που ανατρέπουν την υλοποίηση δημόσιων πολιτικών είναι περίπου τόσο παλιά όσο και το συνταγματικό κράτος. Σε ένα κράτος δικαίου αυτό είναι φυσιολογικό: μια από τις αποστολές των δικαστηρίων είναι να γίνονται ενοχλητικά για την εκάστοτε κυβέρνηση.
Στο σύστημά μας, το προνόμιο αυτό το έχει, περισσότερο από άλλα δικαστήρια, το Συμβούλιο της Επικρατείας. Υπάρχει ένας απλός λόγος γι’ αυτό. Για την εφαρμογή των περισσότερων νόμων χρειάζεται να εκδοθούν κανονιστικές πράξεις της Διοίκησης. Αυτές ελέγχονται από το Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο μπορεί, ακυρώνοντας μια τέτοια πράξη, να εμποδίσει την υλοποίηση ορισμένης δημόσιας πολιτικής.
Φυσιολογική λοιπόν η ενόχληση της κυβέρνησης από κάποιες δικαστικές αποφάσεις. Mάλλον αναμενόμενο, και πάντως σύνηθες, να εκδηλώνει την ενόχλησή της. Από το σημείο αυτό, δηλαδή τη δημόσια κρίση ή επίκριση μιας δικαστικής απόφασης, έχουμε πολύ δρόμο μέχρι να φτάσουμε να μιλάμε για παρέμβαση της εκτελεστικής στη δικαστική εξουσία. Σχηματικά μιλώντας, θα μπορούσαμε να διακρίνουμε τρεις τύπους κυβερνητικών παρεμβάσεων στη Δικαιοσύνη:
Πρώτον, δημόσιες δηλώσεις που υπερβαίνουν τα όρια της επίκρισης και συνιστούν επίθεση στη Δικαιοσύνη. Μόνη η αμφισβήτηση της ορθότητας μιας δικαστικής κρίσης δεν συνιστά επίθεση. Εφόσον κατά το Σύνταγμα ο λαός αποτελεί τον ύπατο κριτή κάθε εξουσίας, επομένως και της δικαστικής, οι πολίτες και οι αντιπρόσωποί τους έχουν κάθε λόγο να επικρίνουν δικαστικές αποφάσεις τις οποίες θεωρούν εσφαλμένες.
Το γνωστό «και οι κρίνοντες κρίνονται» συνιστά δικαιοκρατική απαίτηση. Επίθεση έχουμε όταν εκφέρεται δημοσίως ένας οξύτατος λόγος που αμφισβητεί όχι απλώς την ορθότητα μιας απόφασης, αλλά τα κίνητρα ή τη νομιμοποίηση του δικαστηρίου που την εξέδωσε. Τέτοιες δημόσιες δηλώσεις είναι πάντως οι λιγότερο επικίνδυνες για τη δικαστική ανεξαρτησία. Ακριβώς επειδή είναι δημόσιες, υπόκεινται κι οι ίδιες στον δημόσιο έλεγχο. Αβάσιμες, παράλογες ή αήθεις επιθέσεις στη Δικαιοσύνη τελικά εκθέτουν αυτούς που τις εκφέρουν. Το «και οι κρίνοντες κρίνονται» ισχύει εξίσου και γι’ αυτούς.
Δεύτερον, θεσμικές παρεμβάσεις, με τη μορφή νομοθετικών πρωτοβουλιών «αναδιοργάνωσης» της Δικαιοσύνης και ανομολόγητο στόχο την πειθάρχηση των δικαστικών λειτουργών. Συχνά, μόνον η εξαγγελία τέτοιων πρωτοβουλιών αρκεί. Γνωστό ιστορικό παράδειγμα αποτελεί το λεγόμενο court-packing που εξήγγειλε το 1937 ο Ρούζβελτ. Σχεδίαζε να αυξήσει τις θέσεις δικαστών στο Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ και να διορίσει υποστηρικτές της πολιτικής του, ώστε να διασφαλίσει φιλικά προσκείμενη πλειοψηφία.
Η εξαγγελία δεν υλοποιήθηκε, παρ’ όλα αυτά το Ανώτατο Δικαστήριο μετέστρεψε τη μέχρι τότε νομολογία του και έπαψε να κρίνει αντισυνταγματικά τα μέτρα κρατικού παρεμβατισμού του New Deal. Για να μην πάμε τόσο πίσω, ας θυμηθούμε τις απόπειρες θεσμικών παρεμβάσεων στο Συμβούλιο της Επικρατείας κατά τις δεκαετίες του 1990 και του 2000, είτε με την ανακατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ των τμημάτων του, προκειμένου να αποδυναμωθεί το «ακτιβιστικό» σε περιβαλλοντικά θέματα Ε’ Τμήμα, είτε με την ίδρυση ενός νέου Ζ’ Τμήματος.
Οι προτάσεις τελικά δεν υλοποιήθηκαν, όμως και η περιβαλλοντική νομολογία μετριάστηκε. Παρομοίως, οι προτάσεις που κατά καιρούς γίνονται για την ίδρυση Συνταγματικού Δικαστηρίου στη χώρα μας ενίοτε υποκρύπτουν μια διάθεση παράκαμψης ή αποδυνάμωσης του θεσμικού ρόλου του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Τέτοιες παρεμβάσεις, μολονότι δημόσιες, και άρα επίσης υποκείμενες στον δημόσιο έλεγχο, είναι πολύ πιο επικίνδυνες. Αφενός διότι εμφανίζονται με τον μανδύα του θεσμικού εκσυγχρονισμού ή «εξορθολογισμού» της Δικαιοσύνης, συγκαλύπτοντας εύσχημα τους πραγματικούς στόχους τους, αφετέρου, και κυρίως, διότι στις περιπτώσεις αυτές οι δικαστές συνειδητοποιούν ότι η πολιτική εξουσία έχει στα χέρια της ένα πανίσχυρο όπλο για να επιβληθεί: τον νόμο.
Τρίτον, αφανείς και εξωθεσμικές παρεμβάσεις και συναλλαγές με δικαστικούς λειτουργούς. Αυτές είναι, μακράν, οι πιο επικίνδυνες για τη δικαστική ανεξαρτησία. Ενα πιεστικό τηλεφώνημα, μια άμεση ή έμμεση απειλή, η υπόσχεση κάποιου ανταλλάγματος, θεμιτού (η προαγωγή ή μια δημόσια θέση μετά την αφυπηρέτηση είναι τα πιο αθώα) ή και αθέμιτου, μπορούν να κάμψουν πολύ αποτελεσματικότερα το δικαστικό φρόνημα απ’ οποιαδήποτε δημόσια δήλωση.
Τέτοιες παρεμβάσεις είναι αποτελεσματικές και γι’ αυτό επικίνδυνες, ακριβώς διότι γίνονται εν κρυπτώ: δεν υπόκεινται σε δημόσιο έλεγχο και ούτε μπορούν να αποδειχτούν. Κι ας ξέρουμε όλοι ότι συμβαίνουν.
Δικαστικοί λειτουργοί και οι ενώσεις τους επιδεικνύουν εσχάτως αυξημένη (υπερ)ευαισθησία και νιώθουν υποχρεωμένοι να κάνουν δηλώσεις ή να εκδίδουν ανακοινώσεις προς απάντηση επικριτικών για τη Δικαιοσύνη (και, ενίοτε, πράγματι ανοίκειων) κυβερνητικών δηλώσεων.
Μολονότι βεβαίως αναφαίρετο δικαίωμα που κατακτήθηκε με αγώνες (ο δικαστικός συνδικαλισμός έχει πλούσια και ταραχώδη ιστορία), ο δημόσιος λόγος των δικαστών, όταν εκφέρεται πληθωριστικά, έχει και συνέπειες. Πρώτον, τον κίνδυνο της πολιτικής εκμετάλλευσης. Οι πολιτικοί κάνουν δηλώσεις περίπου κατ’ επάγγελμα∙ οι δικαστές μιλούν με τις αποφάσεις τους.
Οταν κι αυτοί αναλώνονται σε δηλώσεις, τότε, μοιραία, θα κριθούν με τον ίδιο τρόπο που κρίνονται και οι πολιτικοί. Και, δεύτερον, αυτό που θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε «το σύνδρομο του ψεύτη βοσκού»: όταν φωνάζεις συνέχεια για το παραμικρό, ίσως να μη σου δώσουν πολλή σημασία αν χρειαστεί να φωνάξεις για μια πραγματικά ωμή παρέμβαση.
* διδάσκει Συνταγματικό Δίκαιο στη Νομική Σχολή του ΑΠΘ
