Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μεγάλωσα στο Γαλάτσι, όπως έχω καυχηθεί και άλλοτε. Στις παρυφές του Αγχεσμού το σεπτόν προάστιο, σφύζει από ανηφόρες, οι οποίες συνιστούν ταυτοχρόνως και κατήφορους – αν εννοείτε! Ψηλά στο βουνό λειτουργούσε νταμάρι και το τσιμεντάδικο «Λατό». Μεσουρανούσε η χρυσή εποχή της αντιπαροχής. Μπετονιέρες και φορτηγά με αμμοχάλικο και σκυρόδεμα ώς τα μπούνια ανεβοκατέβαιναν διαρκώς. Τω καιρώ εκείνω τα φρένα –ξέφρενα– πρόδιδαν συχνά τους οδηγούς.

Πάνω στις μουριές και τις κορομηλιές των πρασιών έπεφταν συχνά εκτός ελέγχου τα βαριά οχήματα. Ενίοτε γκρέμιζαν τα στηθαία και ντελαπάριζαν στους μυροβόλους κήπους. Δεν ξεχνώ τα σιχτιριάσματα των νοικοκύρηδων και τα σταυροκοπήματα των γυναικών. «Μας φύλαξε η Παναγιά κι έτυχε να μη λιάζεται η γιαγιά στην αυλή» μονολογούσαν και δώσ’ του να επικαλούνται τη Μεγαλόχαρη. Η πρώτη πολυκατοικία της γειτονιάς χτίστηκε στη συμβολή Αγίας Γλυκερίας και Ερνέστου Κουρτίου, που εδώ και μερικά χρόνια μετονομάστηκε σε Νίκου Ξυλούρη, καθώς ο αλησμόνητος αοιδός συγκαταλεγόταν στους πρώτους ενοίκους της.

Εντεκα ετών πιτσιρικάς εντυπωσιαζόμουν με τις εργασίες ανέγερσης του πολυώροφου κτιρίου. Μαζί με τη μαρίδα της περιφέρειας χαζεύαμε τους εκσκαφείς, τα αναβατόρια, τις σκαλωσιές και θαυμάζαμε τους ηλιοψημένους μαστόρους με τα σκεπάρνια περασμένα στον αυχένα και τις ποδιές τίγκα στις ταβανόπροκες. Οταν τελείωνε το μεροκάματο κι έφευγαν αποκαμωμένοι για το σπίτι, το γιαπί γινόταν ο μυστικός μας παράδεισος.

Τρυπώναμε στο εσωτερικό του και, αθέατοι από βέβηλα μάτια, επιδιδόμαστε σε λογής λογής παιδικές τρέλες με απόλυτη άγνοια κινδύνου. Εκεί φουμάραμε τα πρώτα μας τσιγάρα και στο υπόγειο, το οποίο τον χειμώνα θύμιζε λίμνη, πέντε πέντε πάνω σε προχειροφτιαγμένες σχεδίες μιμούμαστε τον Θεμιστοκλή και τον Μιαούλη σε έξαλλες ναυμαχίες που έκαναν τις μανάδες να βλαστημούν, καθαρίζοντας τη λασπουριά απ’ τα ρούχα μας.

Οδυρμό προκάλεσε, όμως, το οικοδόμημα, λες και, σαν το γιοφύρι της Αρτας, ζητούσε αίμα για να στεριώσει. Τροφοδοτούνταν με νερό απ’ την απέναντι μονοκατοικία. Στην αυλή της πλένονταν κι άλλαζαν οι εργάτες και κολάτσιζαν στην πυκνή σκιά θεόρατης νεραντζιάς. Τέτοια ιερή ώρα του φαγητού μπετονιέρα με σπασμένο σύστημα πέδησης ισοπέδωσε τον μαντρότοιχο, τραυματίζοντας τους ανύποπτους συνδαιτυμόνες, έναν εκ των οποίων θανάσιμα. Μίσησα έκτοτε τα εν λόγω τροχοφόρα.

Νομίζω πως ευθύνονται εν πολλοίς για το χάλι μας, καταλαβαίνοντας αργότερα ότι αποτελούν εύγλωττους αντιπροσώπους της ασχήμιας των πόλεων, της στρεβλής ανάπτυξης και της οικονομίας-φούσκα. Ωσπου άκουσα προχθές την Εφη Καρακώστα να πανηγυρίζει επειδή, λέει, αντίκρισε ξανά στους δρόμους μπετονιέρες, που είχε τάχα χρόνια να δει και προφανώς τις νοστάλγησε. Οπως οι Ελένες Αυλωνίτου και Κουντουρά δεν βλέπουν πια ανθρώπους στα σκουπίδια, γιατί τη στήνουν στα πεζοδρόμια για να επευφημήσουν ως εθνικούς ευεργέτες τον Τάσο Πετρόπουλο και τον Γιάννη Μπαλάφα. Χαρμάνι μ’ έκαψες οι συριζαίοι.