Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ενας πετυχημένος αλκοολικός ποιητής και συγγραφέας, ο Χιρστ, που ζει σε σπίτι του βόρειου Λονδίνου μαζί με τον οικονόμο-γραμματέα του, Φόστερ, και τον υπηρέτη-σωματοφύλακά του, Μπριγκς, προσκαλεί τον Σπούνερ, έναν αποτυχημένο ποιητή που μόλις γνώρισε στην παμπ για να συνεχίσουν να πίνουν συζητώντας. Στη διάρκεια της νύχτας και της επόμενης μέρας ξετυλίγονται ιστορίες, αναμνήσεις, παλιές γνωριμίες, κρυφές επιθυμίες στη «Νεκρή ζώνη» του Χάρολντ Πίντερ.

«Ο Πίντερ πιάνει αυτή την παρέα διανοουμένων -και μη- σ’ έναν χώρο και εκθέτει καθέναν ξεχωριστά», λέει ο Γιώργος Αρμένης. «Ολα βγαίνουν στο φως σε μια ζώνη νεκρή όπου τίποτα δεν αλλάζει, τίποτα δεν γερνάει, όλα παραμένουν για πάντα παγωμένα και σιωπηλά. Το έργο τελειώνει με τους ήρωες να βρίσκονται εγκλωβισμένοι στον χώρο αλλά και μέσα στο μυαλό τους.

Θα βρίσκονται εις το διηνεκές μέσα σ’ αυτούς τους τέσσερις τοίχους συζητώντας ξανά και ξανά τα ίδια πράγματα, βιώνοντας τις ίδιες καταστάσεις. Ο Κώστας Φιλίππογλου είχε μια ιδέα που υποστηρίξαμε οι ηθοποιοί. Τα τέσσερα πρόσωπα είναι ο Θεός, ο Εωσφόρος, οι αρχάγγελοι Μιχαήλ και Γαβριήλ. Ωραίο έργο, με χαρακτήρες που ιντριγκάρουν ερμηνευτικά».

• Η καλύτερη στιγμή μέσα στα 50 χρόνια;

Τις θυμάμαι όλες, δεν ξεχωρίζω καμία. Είχα παραστάσεις που έλαμψαν, άλλες που απέτυχαν, προσωπικές και ομαδικές επιτυχίες. Ακόμα κι ένα πέρασμα ήταν για μένα πολύ σημαντικό. Πριν μπω ακόμα στη Σχολή, ο Κουν μού ανακοίνωσε ότι θα είμαι στο έργο που ετοίμαζε, «Με το ίδιο μέτρο» του Σέξπιρ. Μου έδωσαν ένα ράσο κι ένα αναμμένο κερί.

Επρεπε να πάω από την κουίντα μέχρι το μπαρ. Κι επειδή υπήρχε ένα ρεύμα σ’ αυτήν τη διαδρομή, μου έλεγε ο δάσκαλος: «Γιωργάκη, πρόσεχε μη σου σβήσει το κερί». Ε, λοιπόν, αυτή η φράση καρφώθηκε στο μυαλό μου, έγινε εμμονή σ’ όλη μου τη ζωή.

Μη μου σβήσει το κερί. Να κρατήσω ζωντανή τη φλόγα. Δεν μου έσβησε ούτε τότε, προστάτευα τη φλόγα με το χέρι μου, καιγόταν και λίγο τα δάκτυλα αλλά δεν με ένοιαζε. Ασήμαντο πέρασμα, αλλά για μένα σπουδαίο, όπως τον σκύλο που έκανα στην «Οπερέτα» του Γκομπρόβιτς.

• Πώς είναι έξω από το δικό σας θέατρο;

Εντάχθηκα αμέσως στην ομάδα, μου αρέσει να προσαρμόζομαι σαν στρατιώτης, άλλωστε αυτό έμαθα καλά στον Κουν. Τα πράγματα στα Εξάρχεια δεν ήταν ποτέ τόσο άγρια. Ο κόσμος φοβάται. Η δικηγόρος χτυπήθηκε έξω από το θέατρο. Οταν βγήκα στον δρόμο ήταν σπαρμένος με σπασμένα γυαλιά από τις μολότοφ και άπειρες πέτρες.

Απίστευτη εικόνα. Στα επεισόδια είμαι επί ποδός, μ’ έναν πυροσβεστήρα το χέρι γιατί τα παράθυρα είναι ξύλινα, αμέσως αρπάζουν φωτιά. Εχουμε συνηθίσει πια στον πόλεμο αστυνομικών και κουκουλοφόρων, στα καμένα αυτοκίνητα.

Μα ποιοι είναι αυτοί που μας βασανίζουν, πού οδηγεί όλο αυτό; Ζω στα Εξάρχεια πενήντα χρόνια, εδώ μεγάλωσα, γαλουχήθηκα. Κάποτε ήταν η πιο ωραία γειτονιά, σήμερα είναι αηδιαστική. Δεν είναι ότι μου αρέσει η ησυχία· δράση θέλω, αλλά δημιουργική. Στη χούντα μαζευόμασταν στην πλατεία αναρχικοί, κομμουνιστές, ανένταχτοι – μπορούσαμε να συζητάμε.

Πότε άλλαξαν όλα; Πρώτα ήρθε η πρέζα και μετά οι μάχες. Ο κόσμος φοβάται να έρθει στο θέατρο. Πέρσι κάηκαν δεκατρία αμάξια στην Τοσίτσα, φέτος δεκαπέντε. Κι απ’ την άλλη έχουμε τα κανάλια μιλώντας συνεχώς για Εξαρχιστάν, άβατο, φωτιές· να αποκτούν τζάμπα τροφή για να πουλήσουν θέαμα. Με τρομάζει η σιωπή, ο εφησυχασμός στον καναπέ μπροστά στο «Survivor».

Είναι τόσο φτηνό το τηλεοπτικό τοπίο που μερικές φορές αναρωτιέμαι: αν με φωνάξουν πρέπει να πάω; Θα αισθανθώ πολύ βλάκας αν το κάνω. Βέβαια μ’ έχουν ξεχάσει, λογικό άμα γερνάει κανείς. Δεν γκρινιάζω, για τη γειτονιά μου παραπονιέμαι.

• Οι κάτοικοι πήρατε κάποιες πρωτοβουλίες;

Μαζευόμαστε κατά καιρούς αναζητώντας λύση αλλά οι «συνιστώσες» Καλλιδρομίου, Θεμιστοκλέους, Τοσίτσα διαφέρουν. Πνευματικοί άνθρωποι, καλλιτέχνες που μένουν στα Εξάρχεια, μεγάλωσαν και κλείστηκαν στα σπίτια τους, δεν θέλουν πια να συμμετέχουν.

Ναι, είναι η πιο δύσκολη περίοδος. Δεν θυμάμαι την κατοχή, γιατί ήμουν μωρό, όμως τότε ο κόσμος πάλευε, ο καθένας αγωνιζόταν μέσα από το δικό του μετερίζι για το τέλος των πολέμων, υπήρχε ελπίδα. Ημουν οργανωμένος στην ΚΝΕ, μετά με έβαλαν στο κόμμα ως προστατευόμενο μέλος· ως ορφανό, με είχαν μεγαλώσει οι θείοι μου αριστεροί Μακρονησιώτες.

Κι ύστερα με διέγραψαν από το κόμμα. Μου στοίχισε πολύ, δεν είχα κάνει τίποτα, βοηθούσα, κολλούσα αφίσες, έπαιζα θέατρο στις γειτονιές, έτρεχα παντού. Με έβλεπε ο Κουν στενοχωρημένο και γινόταν έξαλλος: «Τι δουλειά έχεις εσύ μ’ αυτά;

Εσύ μόνο το θέατρο έχεις. Αυτό είναι η σημαία σου». Λίγο-πολύ τον άκουσα και ηρέμησα, όμως κράτησα μέσα μου την ιδεολογία, μια στάση ζωής με αριστερή συνείδηση. Ηθελα να βρίσκομαι μακριά από τη φτήνια όσο μπορούσα. Δεν μετάνιωσα ποτέ για την προοδευτική σκέψη μου.

• Και σήμερα που οι ιδέες δοκιμάζονται στην πράξη;

Είναι πολύ στενάχωρο να βλέπεις «πιστεύω», προσδοκίες, απόψεις μιας ολόκληρης ζωής, να ξεπουπουλιάζονται. Εγώ τον μόχθο χρόνων, ό,τι μάζευα σαν μυρμήγκι, τον έριξα στο θέατρο. Μόλις τώρα κατάφερα να ξεχρεώσω, πέθανε η μάνα μου, πούλησα ένα διαμέρισμα και πλήρωσα όλα τα δάνεια για να ηρεμήσω, να μην αφήσω στον γιο μου τέτοια άγχη.

Ο Κωνσταντίνος είναι ικανός, έχει ένα μυαλό δαιμονισμένο, ανέλαβε ήδη τη Σχολή. Από τη μια χαίρομαι κι απ’ την άλλη δεν πολυκαταλαβαίνω τις επιλογές του, αλλά βλέποντας να δικαιώνεται, οφείλω να υποχωρώ. Αρκετά πια μ’ εμένα. Είμαι στο θέατρο πενήντα χρόνια, από τον Οκτώβριο του 1967.

Εφτιαξα το θέατρο το 1999, ένα διατηρητέο κτίριο που αναστηλώθηκε χάρη στη βοήθεια του Κώστα Λαλιώτη που ήταν τότε στο ΥΠΕΧΩΔΕ, για να γίνουν στατικά, κεραμοσκεπές, προσόψεις κ.λπ.

• Φύγατε πικραμένος από το Τέχνης;

Α, τα έχω ξεχάσει όλα αυτά. Κανένα παράπονο. Εγώ ξαναγεννήθηκα εκεί μέσα, μεγάλωσα στα χέρια του Κουν, με αγάπησε, τον λάτρεψα. Του στάθηκα ώς το τέλος και μετά έφυγα. Εκείνη τη χρονιά ήταν να κάνω τον «Κύκλωπα» στην Επίδαυρο με σκηνικά Δ. Φωτόπουλου και μουσική Λ. Κηλαηδόνη, όταν συνειδητοποίησα πως όλα ήταν αλλιώς πια και αναγκάστηκα να φύγω.

• To θέατρο ήταν πράγματι ένας περίκλειστος χώρος;

Οι θεατές, οι φίλοι του θεάτρου είχαν θαυμασμό, δεν ήξεραν τι συμβαίνει μέσα. Το θέατρο ήταν πράγματι κλειστό. Είχα ξεκινήσει να γράφω για το Τέχνης, τον Κουν, εκείνα τα χρόνια. Κι ένα πρωί τα έσχισα όλα. Σκέφτηκα ότι εκεί έζησα 22 χρόνια και 6 μήνες.

Ηταν το σπίτι μου, με διαμόρφωσε, με ολοκλήρωσε σαν άνθρωπο. Πέρασα τα καλύτερά μου χρόνια με όνειρα, επιτυχίες, χαρές. Είδα τα έργα μου να γίνονται παράσταση. Ο Κουν λείανε όλες τις γωνίες μου, με αγκάλιασε σαν πατέρας.

Δεν μπορούσα να του κάνω κάτι τέτοιο. Η τελευταία φορά που πήγα στο Τέχνης ήταν στον θάνατο του Μίμη Κουγιουμτζή. Ενιωσα ότι είμαι ανεπιθύμητος. Τότε είπα δεν πρέπει να ξαναπατήσω. Πάνε αυτά, τελείωσαν, τα θυμάμαι σαν παραμύθι.

• Αν μπορούσε ο Κουν να ρίξει σήμερα μια ματιά στο ελληνικό θέατρο τι θα έλεγε;

Δεν θα αναγνώριζε τίποτα. Θα έφευγε γρήγορα ξανά. Ολα άλλαξαν. Δεν εννοώ προς το χειρότερο, υπάρχει ανάγκη έκφρασης, δουλειάς. Κάποτε οι Ελληνες συγγραφείς όπως οι Κεχαΐδης, Χαβιαρά, Αναγνωστάκη, μάζευαν τις λέξεις σπυρί σπυρί, σαν πουλάκια. Δεν υπάρχουν πια δάσκαλοι να καθοδηγήσουν ερμηνευτικά τον ηθοποιό, να εξηγήσουν ρόλους, να αναλύσουν χαρακτήρες.

Το θέατρο επηρεάστηκε από τις δυνατότητες που προσφέρει η τεχνολογία. Οι σκηνοθέτες ενδιαφέρονται κυρίως για τη φόρμα, το εικαστικό μέρος, να δημιουργήσουν εικόνες. Σχεδιάζουν το περίγραμμα της παράστασης και τη στήνουν χρησιμοποιώντας μουσική, φως, βιντεοπροβολές. Δεν ξέρω αν πρόκειται για πρωτοπορία ή την αποτύπωση μιας αμηχανίας.

Εγώ δεν έχω σχέση με την τεχνολογία, δεν ξέρω καν πώς λειτουργεί το κινητό μου. Ακόμα γράφω και σχεδιάζω με μολύβι και χαρτί. Αλλάζει το θέατρο και καλά κάνει, πρέπει να ανανεώνεται.

Σήμερα μοιάζει σαν πληθωριστικό χρήμα, δεν ξέρεις πού να πας. Ο θεατής κυνηγάει τις καλές δουλειές. Υπάρχει καινούργιο αίμα, συγγραφείς, σκηνοθέτες, ηθοποιοί, όπως ο «Αγριος σπόρος» του Γ. Τσίρου. Θα ήθελα να δουλέψω με την Ελένη Σκότη, μου αρέσουν οι χωρίς ψευτογρίφους παραστάσεις της.

• Πόσο μύθος και πραγματικότητα ήταν η αντιπαράθεση μεταξύ των δύο σχολών, Εθνικού και Τέχνης;

Ηταν αρκετά μύθος, άλλοι δημιουργούσαν την κόντρα. Ο Κουν και ο Ροντήρης δεν συναντήθηκαν, δεν συνομίλησαν ποτέ. Υπήρχε ένας εγωισμός εκατέρωθεν, κακώς βέβαια, αλλά τίποτα δραματικότερο. Και οι δύο σχολές ήταν πολύ ισχυρές. Πιο γερμανική, βέκια του Εθνικού· επηρεασμένη από τον ρεαλισμό και τον Στανισλάφσκι του Κουν.

Είμαι χορτασμένος από το θέατρο

• Τι όνειρα έχετε σήμερα;

Θα ήθελα να κάνω έναν Αριστοφάνη στην Επίδαυρο, όχι επιθεωρησιακό όπως πια ανεβαίνει. Βέβαια, δεν είμαι σε κάποια παρέα… Ζήτησα ένα ραντεβού με τον Στάθη Λιβαθινό, μου είπαν θα σας ειδοποιήσουμε.

Πήρα τηλέφωνο άλλες δύο φορές και εγκατέλειψα. Δεν μου αρνήθηκαν, δεν μου απάντησαν ποτέ. Εντάξει, μπήκα στα 75, μήπως να ηρεμήσω, να ετοιμαστώ για το άλλο ταξίδι; Δεν φοβάμαι καθόλου, είμαι απόλυτα έτοιμος, αλλά ποιος ξέρει εκείνη την ώρα…

Καταλαβαίνεις, όταν ο χρόνος τελειώνει, προετοιμάζεσαι παρ’ όλο που ακόμα δεν ηρεμεί το σώμα, το μυαλό. Αλλά δεν έχω φόβο για την ώρα την καλή, της εξόδου. Αν θυμηθείς στο «Τέλος του παιχνιδιού», ο εγωιστής Χαμ στο τέλος τα πετάει όλα.

• Ναι, αλλά εκεί το παιχνίδι θα ξαναρχίσει…

Σημασία έχει ότι ο χρόνος μού φέρθηκε πολύ καλά. Είμαι χορτασμένος από το θέατρο, δεν είχα αρρώστιες, μεγάλα προβλήματα. Πώς να είμαι αγνώμων για ό,τι μου προσφέρθηκε; Πρέπει οι πόρτες που κρατάμε κλειστές εμείς, οι παλιοί, ν’ ανοίξουν στους νέους.

Να μπουν κι ό,τι κάνουν, ακόμα και λάθη. Με κρατάει ο γιος μου, τον καμαρώνω, είμαι δίπλα του, του μαγειρεύω – ήμουν μάγειρας στα καράβια. Ετσι τον μεγάλωσα από μικρό. Οταν μαγειρεύω σκέφτομαι τα πιο ωραία πράγματα.

• Σαν τι;

Τη ζωή, το θέατρο, ιδέες για ένα έργο, τη γνωριμία με τον πατέρα μου. Τον γνώρισα 22 ετών. Περίεργος να τον συναντήσω, πήγα στην Κέρκυρα όπου ζούσε. Το 1943 παντρεύτηκε τη μάνα μου με πλαστά χαρτιά που του είχε προμηθεύσει ένας εισαγγελέας.

Και μετά την εγκατέλειψε. Ηταν ήδη παντρεμένος με μια κόρη. Ενας χαμαιλέων, παλιάτσος, μαφιόζος. Κι εγώ μεγάλωνα σε άγρια χωριά, εκεί στην Κληματιά Ιωαννίνων. Δεν είχα επίθετο, με φώναζαν «μπαστί», δηλαδή μπάσταρδο. Ημουν «το μπαστί της Ολυμπίας», της μητέρας μου. Ασχημα χρόνια ως παιδί, ως έφηβος. Δούλευα από εδώ κι από εκεί, στο τέλος μπαρκάρισα.

• Πότε επουλώθηκαν αυτά τα τραύματα;

Στο θέατρο. Μικρός, όταν πήγαινε η γιαγιά μου στα Γιάννενα με ρωτούσε τι θέλω να μου φέρει. Της έλεγα ζαχαρωτά, χρωματιστά και φτηνά. Περίμενα τη στιγμή της επιστροφής της με τα ζώα και κοιτούσα την ποδιά της. Να φάω τα ζαχαρωτά, να φύγει η πίκρα, να γιατρευτώ. Στον Κουν άρχισα να ζω σαν άνθρωπος, να ημερεύω τις αγωνίες μου, να γλυκαίνομαι. Γι’ αυτό δεν τον ξεχνάω ποτέ.

• Πότε μιλήσατε στον γιο σας για όλα αυτά;

Του τα διηγιόμουν όταν ήταν μικρός, σαν παραμύθι. Κάθε βράδυ περίμενε τη συνέχεια: «Και μετά, τι σου έκαναν μπαμπά;». Και τώρα που μεγάλωσε καταλαβαίνει ότι το παραμύθι ήταν η ζωή μου. Ομως αυτές οι εμπειρίες στερέωσαν τη σχέση με το θέατρο, τους συναδέλφους, την κοινωνία.

Δεν πείραξα ποτέ κανένα, μικρός είχα λοιδορηθεί αφάνταστα. Οταν παίχτηκε στα Γιάννενα έργο μου, πηγαίνοντας προς τα εκεί είδα το διαφημιστικό αεροπανό και οδηγούσα δακρυσμένος. Και ήρθε μια γριά λέγοντάς μου: «Δεν με γνωρίζετε…». Τη διέκοψα: «Είστε η κυρία Ελπίδα, η δασκάλα μου». Σκέψου ότι τελείωσα με το ζόρι τις τρεις μόνο τάξεις του Δημοτικού.

• Αυτό το στοιχείο της ελλιπούς μόρφωσης πώς το διαχειριζόταν ο Κουν;

Πάντα αναζητούσε ένα τέτοιο υλικό. Ετσι ήταν και ο μπάρμπας, ο Λαζάνης. Αλλά και ο Μίμης άντε να είχε τελειώσει το Γυμνάσιο. Τι ήμασταν τότε; Αγρια παιδιά που ο Κουν μαλάκωσε τις σκληράδες τους, επένδυσε στις ψυχές τους.

Οταν του αφηγήθηκα τη ζωή μου, συνταράχτηκε. Οταν άρχιζα να παίζω, με έβλεπε κι έκλαιγε. Θυμάμαι κάποτε στην «Κασέτα» της Λούλας Αναγνωστάκη -ήταν ίσως ο τελευταίος νέος που έπαιξα- είχα μια σκηνή όπου μιλούσα για το χιόνι, πάνω στο Καϊμακτσαλάν: «Θέλω να φύγω, να πάω εκεί μόνος». Ο Κουν μού φώναζε: «Γιατί το παίζεις πλάτη;». Κι εγώ: «Αφησέ με, μη μου μιλάς»…

Στο τέλος γύρισα προς την πλατεία και με είδαν μούσκεμα από τα δάκρυα. Ανέβηκαν στη σκηνή όλοι, ο Κουν, ο Χειμωνάς, η Λούλα, ο Χαρατσίδης, με αγκάλιασαν. Ολο το παγιδευμένο συναίσθημα έβγαινε στη σκηνή σαν έκρηξη.

Θέατρο Θησείον (Τουρναβίτου 7 Ψυρρή, τηλ.: 210-3255444). «Νεκρή ζώνη» του Χάρολντ Πίντερ. Μετάφραση: Αντώνης Πέρης. Σκηνοθεσία: Κώστας Φιλίππογλου. Συν-σκηνοθεσία: Γιώτα Σερεμέτη. Σκηνικά-Κοστούμια: Ολγα Μπρούμα. Επιμέλεια Κίνησης: Κατερίνα Φωτιάδη. Μουσική Επιλογή-Ηχητικός Σχεδιασμός: Γιάννης Σορώτος. Παίζουν: Γιώργος Αρμένης, Αλέκος Συσσοβίτης, Αντώνης Καρυστινός, Γιάννης Στεφόπουλος. Παραγωγή: Faust.