Περνώντας την απότομη σκάλα που τραβά στο κέντρο του Κάναρι Γουόρφ, ο δρόμος παρέκαμπτε την όχθη και την ξανασυναντούσε διά μέσου γραφικών στενών με παλιακά λονδρέζικα οικήματα απαράμιλλου κάλλους. Είχα επισκεφθεί τη μεγαλούπολη κάμποσες φορές, αλλά ουδέποτε αξιώθηκα τούτη την άκρως εντυπωσιακή βόλτα. Το χρωστάω στη Λίζα· καλή της ώρα. Επειτα από περπάτημα σαράντα πέντε πέριπου λεπτών έπεσα πάνω σε παραδοσιακό τρίπατο με ξύλινη πρόσοψη. Το κατάμαυρο χρώμα της άμβλυναν κάπως τα λευκά πηχάκια στις τζαμαρίες και τα χρυσά γράμματα της επιγραφής ψηλά στο αέτωμα: «Πρόσπεκτ οφ Γουίτμπι». Η καλαίσθητη παμπ αποτελούσε ιδανικό σημείο για στάση.
Δροσιζόμουν στην μπάρα με ντραφτ Πέιλ Εϊλ και τη χάι εκδοχή του προορισμού μου διαθλασμένη ανάμεσα στις μποτίλιες. Μισαδειάζοντας το ποτήρι βγήκα στη βεράντα κι άναψα τσιγάρο εποπτεύοντας αφ’ υψηλού τη λασπώδη φυρονεριά. Μ’ έπιασε ρίγος φερμάροντας την αγχόνη, όπου κρεμούσαν άλλοτε τους αλαφροχέρηδες του λιμανιού και μετεωριζόταν αμήχανα στα στόρια σαν ανατριχιαστικός θυρεός. Ξεφύλλιζα το βιβλιαράκι που τσίμπησα στα ράφια της Λίζας με δυο ομότιτλα αφηγήματα του Εδγαρ Αλλαν Πόου και του Τζιουζέπε Τομάζι ντι Λαμπεντούζα, σε ελληνική απόδοση στο πολυτονικό.
Διέτρεχα διαγωνίως το εισαγωγικό κείμενο του Φραντς Κάφκα, καθώς θρονιαζόταν στον απέναντι πάγκο, πατημένος εξηντάρης ήδη σουρωμένος, ο οποίος ζήτησε φωτιά. Το κατακόκκινο, διευρυμένο λόγω φαλάκρας, μέτωπό του στηριζόταν σε πλακουτσωτή μύτη, σαν παντζάρι, διάστικτη από κονδυλοειδείς, εξοιδηματικούς κρατήρες. Το θολό του βλέμμα εστίασε στο ακαταλαβίστικο αλφάβητο. -«Από πού είσαι;» ρώτησε μέσα από στραβό μειδίαμα που πάσχιζε να συγκρατήσει τις τρεκλίζουσες λέξεις. Η απάντηση τού ξύπνησε μνήμες απ’ τις περσινές διακοπές του στη Νάξο και ενθουσιάστηκε τόσο, λέγοντάς του πως κατάγομαι από ’κεί, ώστε προσφέρθηκε να πληρώσει τις επόμενες μπίρες με ύφος που δεν σήκωνε αναβολές και αντιρρήσεις.
Δεν προέβαλα καμιά, ακόμα και όταν ανακοίνωσε ότι θα τις πιούμε σε μπάνικο μαγαζί λίγο πιο κάτω. Το «Κάπτεν Κιντ» ήταν όντως αξιολάτρευτο με εξίσου ειδυλλιακό μπαλκόνι στον Τάμεση. Μισός Σκοτσέζος και μισός Ιρλανδός, ο Πάτρικ προσπαθούσε να καταπιεί την τριαντάχρονη παραμονή του στη μισητή Αγγλία, βουτώντας ολόκληρος σε λιμνοθάλασσες αλκοόλ. Παρήγγειλε δυο εξαιρετικά γευστικές «στάουτ» και κολατσιό με κάργα λιπαρά που μας καρδάμωσε.
Οταν θέλησα να κεράσω εγώ, με έσυρε ώς το «Τάουν οφ Ραμσγκέιτ», το τρίτο ποτάδικο της γειτονιάς. Είδα κι έπαθα να τον κάνω να μ’ αφήσει να φύγω. Χρησιμοποίησα ψεύδη, κατά συνθήκη και μη, τα οποία χόντραινα οσημέραι στο μη περαιτέρω. Πείστηκε να με αποδεσμεύσει μόνο αφού ορκίστηκα πως θα τα ξεναλέγαμε σύντομα. Βγήκαμε αγκαλιασμένοι, σωστά φιλαράκια απ’ τον στρατό. Εκείνος κίνησε για τη συνήθη μπαρότσαρκα κι εγώ συνέχισα το επίμοχθο σεργιάνι. Αμάθητος να περπατώ, γύρισα πτώμα με το μετρό κατά τις οκτώ κι έπεσα ξερός στο ντιβάνι. (Συνεχίζεται)
