Επρόκειτο για δρύινο βαρέλι, το οποίο προδήλως διέλαθε την προσοχή του τσούρμου. Σχημάτισα επιπλέον την εντύπωση ότι το παιγνιώδες βλέμμα της γοργόνας σημάδευε ευκρινώς τον επιπλέοντα κύλινδρο, που έφθανε οσονούπω στην όχθη. Ξεχύθηκα ενστικτωδώς προς το κλιμακοστάσιο και, κατεβαίνοντας τρία τρία τα σκαλοπάτια, ταρακούνησα τον σκοτισμένο Σκοτοϊρλανδό μ’ όλη μου την αλκή, αλλ’ ουδόλως αντέδρασε. Επειτα απ’ την τέταρτη κατραπακιά κατάφερε, καταφανώς συντετριμμένος, να τραυλίσει: -«Ορκίζομαι να κόψω τις μπίρες. Βλέπω τρελά πράγματα πια όταν πιω».
Οσο βέβαιο φάνταζε πως θα καταπατήσει την υπόσχεσή του, άλλο τόσο στάθηκε αδύνατον να τον στυλώσω στα πόδια του μπας και βοηθήσει στο τιτάνιο έργο της ανέλκυσης του δοχείου, που αναγκαζόμουν να επωμιστώ μοναχός. Σάλταρα το κάγκελο παρευθύς. Τα παγωμένα νερά με σκέπασαν ώς το στέρνο. Το βαγένι ζύγιζε τουλάχιστον τετρακόσια κιλά, υπολόγισα. Αδιανόητο να το κολαντρίσουν οι ανεπαρκείς μου δυνάμεις. Με στεντόρεια ένταση κάλεσα εκ νέου τον μακαντάση μου, όμως η φωνή μου αντήχησε άπραγη σε έρημο εκκωφαντικής σιωπής.
Βουτώντας το βουτσί με τις παλάμες, διαπίστωσα με άφατη χαρά πως τα θαύματα δεν εξέλιπαν απόψε. Το ’νιωσα ελαφρύ σαν πούπουλο. Χωρίς πολλή δυσκολία το ρυμούλκησα στο πλακόστρωτο, πατώντας στις εγκοπές του τοιχίου. Κορδώθηκα κατόπιν, σωστός Κουταλιανός. Ζαλώθηκα τον Πάτρικ στην πλάτη κι έσυρα με τα πέλματα το παράξενο μαραφέτι στο ασανσέρ. Σε δυο λεπτά προσεδαφιζόμουν στον πέμπτο. Απίθωσα το άκαμπτο φορτίο στον καναπέ και το σκέπασα με παλτό που ξεκρέμασα απ’ τον καλόγηρο. Υστερα τοποθέτησα προσεκτικά στον διάδρομο την εξωγήινη κυλινδρική δεξαμενή –έδειχνε ούφο στο φως–, στολίζοντάς την για ξεκάρφωμα με κεντημένο σεμέν και καλλωπιστική γλάστρα. Εγειρα, τέλος, εντελώς καταβεβλημένος στο κρεβάτι, σαν βαρίδι, προλαβαίνοντας ίσα ίσα ν’ αλλάξω τα βρεγμένα.
Περιέργως η Λίζα δεν μπήκε στον κόπο να ξανατηλεφωνήσει το πρωί. Ούτε πριν από τις εννέα, οπότε εγέρθηκα κάθιδρος απ’ την υπερένταση, μήτε αργότερα. Την πήρα στο κινητό. Απενεργοποιημένο. Την αναζήτησα στο Ντίλαν Οτέλ. Απουσίαζε. Εξω οι ουρανοξύστες έμοιαζαν άφαντοι, τυλιγμένοι στο πυκνό πούσι. Διακρίνονταν, παρά ταύτα, τα κόκκινα λαμπιόνια για τ’ αεροπλάνα ψηλά στις αντένες τους. Τα ρεύματα είχαν εκβράσει τους ποικιλόχρωμους πίλους στις πύλες του ποταμιού. Μόνο κάνα-δυο σάπιζαν αγνώριστοι στη λασπουριά.
Διαφύλασσα, ωστόσο, ως κόρην οφθαλμού τα ακλόνητα τεκμήρια του ότι η υπερπαραγωγή με τα αριστουργηματικά οπτικοακουστικά εφέ, που ασκαρδαμυκτί διόπτευσα χθες, κάθε άλλο παρά αποκύημα νοσηράς, κανναβοχαρούς φαντασίας υπήρξε. Το ζωντανό ροχάλιζε προς το παρόν νεκρό στον καναπέ. Το άψυχο έσφυζε από ενεργητικότητα στο πλατύσκαλο μες στις τρουλωτές του σανίδες. Οι αδιόρατες χαραμάδες τους αντιβούιζαν το τέμπο των αιώνων σε μείζονα και ελάσσονα κλίμακα, σαν μυστικιστικό μουσικό κουτί εγγαστρίμυθου παντάνακτος. Στο μεσαίο τσέρκι αναγραφόταν με τα στοιχεία χαραγμένα τ’ απάνω-κάτω: «Imeperial Pale Ale to Jamaica 1678 Ligeia». (Συνεχίζεται)
