Εκτός από τη διάχυτη κοινωνικοπολιτική αβεβαιότητα, υπάρχει αίσθηση ότι οι πολίτες σκέφτονται διαφορετικά πράγματα από αυτά που σκέφτονται οι πολιτικοί.
Λόγου χάρη, αρκετοί αναρωτιούνται αν αύριο θα μπορούν να τραφούν∙ αν θα μπορούν να πληρώσουν φόρους και τις σπουδές των παιδιών τους∙ αν αυτά τα παιδιά θα βρουν τον δρόμο τους στον κόσμο. Οι πολιτικοί, πάλι, σκέφτονται το επάγγελμά τους, πώς θα κατατροπώσουν τον πολιτικό τους αντίπαλο στη Βουλή ή στα πάνελ∙ αν θα γίνουν αυριανοί αρχηγοί της παράταξης∙ και αυτοί σκέφτονται το μέλλον τους και τα παιδιά τους.
Αφαιρώντας τις ιεραρχήσεις προσδοκιών και το ιδεολογικοπολιτικό τσόφλι αυτού του υποδείγματος, διαπιστώνουμε πως, μολονότι δεν σκέφτονται τα ίδια πράγματα, σκέφτονται με τον ίδιο τρόπο.
Από αυτόν απουσιάζει το αίσθημα της συλλογικότητας∙ η νέμεσις∙ ο στόχος. Απουσιάζει η κατανόηση του κόσμου –ας πούμε, της Ευρώπης- που ελίσσεται εγκλωβισμένος σε ένα δυσλειτουργικό τρίγωνο, μεταξύ εθνικών πολιτικών, υπερεθνικών πολιτικών και των παγκόσμιων αγορών, όπου οι τελικές λύσεις παραμένουν πεισματικά εθνικές.
Επί του προκειμένου, ο Σουλτς μπορεί να «τον ρούφηξε» σε επίπεδο Σοσιαλδημοκρατών της Γερμανίας. Ομως, η Ελλάδα ρουφιέται εδώ και χρόνια. Κι ενώ είδαμε πολλά παραπολιτικά για τη Μισέλ Ασημακοπούλου, δεν είδαμε κανένα σχόλιο πάνω στο τελευταίο.
Ας δεχθούμε πως για την εθνική συλλογικότητα είναι προτιμότερες οι δυστυχίες με πλούτο από τις δυστυχίες με φτώχεια. Φτάνουμε στο επίδικο όλων των success stories: στο ακαθάριστο εγχώριο προϊόν (ΑΕΠ).
Είναι ορθό να εργάζεσαι για την αύξηση του συνολικού πλούτου – και έτσι πρέπει∙ όλοι από αυτόν τσιμπολογάμε, άλλος λίγο, άλλος πολύ (φροντίζοντας να ξεχνάμε τον Ρόμπερτ Κένεντι, «το ΑΕΠ μετρά τα πάντα, εκτός από αυτά που κάνουν τη ζωή άξια να τη ζεις», ή τον Νίκο Καζαντζάκη, «η ευτυχία είναι πράγμα απλό και λιτοδίαιτο»).
Αλλά το ΑΕΠ, ενώ μετράει τον παραγόμενο πλούτο, δεν καταγράφει κοινωνικές ανισότητες, δεν μετράει ποιότητες ζωής, της υγείας, της εκπαίδευσης, τους εθελοντισμούς και την αλληλεγγύη ή τις οικολογικές καταστροφές και, προφανώς, τα λαθρεμπόρια. Και, πάντως, το πραγματικό ΑΕΠ αυξάνεται όταν πραγματοποιούνται δαπάνες σε πράγματα συλλογικής δυστυχίας, όπως η ρύπανση, οι φυσικές καταστροφές, οι αρρώστιες, τα διαζύγια, τα εγκλήματα.
Ομως, και στο επίπεδο των όσων μετράει το ΑΕΠ, τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν με βάση το σχέδιο. Τα μνημόνια προέβλεπαν μια μικρή συρρίκνωση της οικονομίας∙ υπέθεταν ότι, μέσω διαρθρωτικών προσαρμογών, θα δημιουργούνταν κλίμα ευνοϊκό για επενδύσεις και ότι, σταδιακά, η οικονομία θα εισερχόταν σε ενάρετη τροχιά μακροχρόνιας ανάπτυξης.
Αλίμονο, το ΑΕΠ μειώθηκε κατά περίπου 25%, το χρέος εκτινάχθηκε στο 175% του ΑΕΠ, χώρια η ανεργία. Την ίδια στιγμή, οι επενδύσεις μειώθηκαν και η πρόσβαση των επιχειρήσεων σε κεφάλαια κατέστη εξόχως προβληματική. Το γεγονός αύξησε την αβεβαιότητα (σε πολιτικό και κοινωνικό επίπεδο), δημιουργώντας παγίδα: ένα αλληλοτροφοδοτούμενο υφεσιακό «σπιράλ», εν μέρει λόγω του υψηλού και δυσβάσταχτου χρέους (που επηρεάζει βασικούς αναπτυξιακούς συντελεστές), εν μέρει λόγω της κυριαρχούσας αβεβαιότητας (ως απόρροια της κρίσης χρέους), αλλά και του χαμηλού επιπέδου των θεσμών της χώρας (υψίστης σημασίας για την οικονομική ανάπτυξη).
Το πραγματικό ΑΕΠ είναι μέτρο δυνατοτήτων της χώρας, δίχως να προδικάζει πώς θα χρησιμοποιήσει η χώρα τον πλούτο της για να επηρεάσει το βιοτικό επίπεδο και την αξιοπρέπεια των πολιτών, και δεν περιλαμβάνει δυνητικές πηγές ευημερίας∙ περιλαμβάνει όμως κάποια πράγματα που είναι καθοριστικοί παράγοντες της ευημερίας. Οπως και οι πολιτικές επιλογές. Και στο σημείο των πολιτικών, κάτι λείπει από τα τρέχοντα αφηγήματα της «ανάπτυξης».
Το αντιπολιτευτικό κόστος αυξάνεται γιατί, για ακόμη μία φορά, χωρίς κουβέντα για το χρέος και, προκειμένου να έχουν επενδύσεις, είναι έτοιμοι να ταυτιστούν με πιθανές ακραίες απαιτήσεις των δανειστών (π.χ. Κυριάκος Μητσοτάκης και λοιποί) για να καταφέρουν –με κάθε τρόπο- πλήγμα στην κυβέρνηση.
Από την άλλη, το κυβερνητικό κόστος αυξάνεται γιατί με την επαγγελία ενός «άλλου εφικτού κόσμου», προσδοκούν ελάφρυνση χρέους για να μένουν στην καλή πλευρά – αλλά στο επίπεδο συλλογής γραμματοσήμων.
Οι τακτικισμοί και οι ολιγωρίες, όταν δεν επισπεύδουν κάποιο ατύχημα, κάνουν την απελπισία να μοιάζει με κανονικότητα. Σίγουρα δεν μπορείς να περιορίζεσαι σε ποσοτικούς δείκτες, όταν η πραγματικότητα δείχνει και άλλα, τελείως διαφορετικά πράγματα.
Οι παραλογισμοί των τελευταίων ημερών, παραφράζοντας τον Γκαμπριέλ Γκαρσία Μαρκές, θα μπορούσαν να ονομαστούν «Χρονικό της προαναγγελθείσας ελληνικής δυστοπίας». Εδειξαν ότι τα «ασύμμετρα» δεν είναι μόνον οικονομικά ή οικολογικά. Οι κλυδωνισμοί είναι πολιτικοί και θεσμικοί.
Και προκύπτουν από πρόσωπα που, ενώ θα έπρεπε να υπηρετούν θεσμούς, φαίνεται ότι υπηρετούν ιδιοτέλειες, πόζες, αξιώματα, τακούνια διωκόμενων συζύγων και την ξιπασιά τους ως λειτουργών – ακόμα κι όταν οι τελευταίοι καταγγέλλουν σε κάθε τόνο τη διαφθορά, τα άλλα λαμόγια, τη γραφειοκρατία, τις συμμορίες και όλες τις πληγές του φαραώ. Ο καταγγέλλων τον καταγγέλλοντα με ύφος στο ελληνικό Κοινοβούλιο του 2017 είναι σαν να σε φτύνει.
