Παραμονές Δεκαπενταύγουστου και σε χρόνο ρεκόρ για τα δεδομένα της ελληνικής Δικαιοσύνης, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών, ύστερα από «μελέτη» χιλιάδων σελίδων της ογκωδέστατης δικογραφίας που είχε στα χέρια του, μέσα σε δέκα μόλις μέρες, διάβασε, διασκέφτηκε και κατέληξε στην έκδοση παραπεμπτικού βουλεύματος εις βάρος μου, για δήθεν έγγραφα της ΕΥΠ που παρανόμως διοχέτευαν σε μένα υπάλληλοι της ΕΥΠ.
Η τεκμηρίωση βασίστηκε σε έγγραφα που δεν βρέθηκαν, σε υλικό του οποίου αμφισβητείται η γνησιότητα και κυρίως στην καταγγελία γνωστού υποδίκου και καταδικασθέντος πρώην υπαλλήλου της ΕΥΠ, ο οποίος έπειτα από 8 χρόνια «θυμήθηκε» να καταγγείλει τη δήθεν διαρροή εγγράφων από υπαλλήλους της ΕΥΠ σε εμένα.
Την ίδια στιγμή, το Συμβούλιο έκρινε πως ήταν αμελητέο και δεν ασκούσε επιρροή στην κρίση του το ΕΠΙΣΗΜΟ ΠΟΡΙΣΜΑ της ΕΥΠ, που είχε κατατεθεί έγκαιρα υπόψη του και το οποίο ρητά και κατηγορηματικά αναφέρει πως ύστερα από ενδελεχή έρευνα, κατόπιν διενέργειας ΕΔΕ, δεν διαπιστώθηκε οποιαδήποτε διαρροή εγγράφων της ΕΥΠ, από τους κατηγορούμενους υπαλλήλους αλλά και οποιονδήποτε άλλον προς εμένα.
Παράλληλα, το Συμβούλιο έκρινε ότι άξιο παραπομπής σε δίκη είναι και το άλλο «έγκλημα» που διέπραξα, δηλαδή η άσκηση κοινοβουλευτικού ελέγχου, στο πλαίσιο της ιδιότητάς μου ως βουλευτή αλλά και υπευθύνου Τομέα Αμυνας της αντιπολίτευσης, την επίδικη περίοδο.
Ετσι, παρά τις ρητές και έγγραφες διαβεβαιώσεις που το Συμβούλιο είχε στη διάθεσή του, από τα αρμόδια όργανα της Πολιτείας, ότι τα έγγραφα που είχα στη διάθεσή μου για την τεκμηρίωση των ερωτήσεων που υπέβαλα στη Βουλή δεν ήταν απόρρητα και δεν παραβίασα μυστικά της Πολιτείας κατέχοντάς τα, αποφάσισε και πάλι αόριστα και αναιτιολόγητα να διαμορφώσει παραπεμπτική κρίση εις βάρος μου.
Ασφαλώς δε, και για την πληρότητα της αποκατάστασης της πραγματικότητας, η όποια συσχέτιση της ανωτέρω υπόθεσής μου με την υπόθεση «Πυθία» είναι απολύτως άστοχη και ατυχής.
Ο ίδιος ο δικαστικός λειτουργός που άστοχα συνένωσε τη δικογραφία εις βάρος μου με τις δικογραφίες «Πυθία» και υποκλοπές, ζήτησε στη συνέχεια τον διαχωρισμό της από αυτές, λόγω έλλειψης οποιασδήποτε συνάφειας.
Πλην όμως η συνεκδίκασή τους συνεχίστηκε γιατί ήταν αδύνατος ο διαχωρισμός τους σε εκείνο το στάδιο που ζητήθηκε για καθαρά διαδικαστικούς και όχι ουσιαστικούς λόγους.
Σε κάθε περίπτωση και επειδή πρωτίστως, παρά τις όποιες επιβουλές, πιστεύω ότι η αλήθεια πάντα έρχεται στο φως, είμαι βέβαιος και προσδοκώ ότι στον δεύτερο βαθμό, στον οποίο έχω ήδη προσφύγει, η ελληνική Δικαιοσύνη θα σταθεί στο ύψος των περιστάσεων και θα αποκαταστήσει την ηθική και νομική τάξη με τη δίκαιη κρίση της.
* πρώην υπουργός
