Τρέχω, βγαίνοντας από το Ιατρικό Κέντρο, να προλάβω το λεωφορείο που πάει στο κέντρο, γιατί αν το χάσω δεν ξέρω πότε θα περάσει το επόμενο· δεν το προλαβαίνω παρά την προσπάθεια. Εχω υπό μάλης ένα σημειωματάριο και την εφημερίδα.
Στη στάση περιμένει μια ευγενική φυσιογνωμία, ένας άντρας διανύων μάλλον την έβδομη δεκαετία, και νιώθω ξαφνικά ένα τσιμπηματάκι όταν αντιλαμβάνομαι ότι κρατάει την ίδια εφημερίδα (εντάξει, ναι, των Συντακτών). Κοιταζόμαστε και χαμογελάμε. Ξέρουμε, είναι βέβαιο, ότι το να βρεθούν σήμερα δύο άνθρωποι σε στάση λεωφορείου, μακριά από το κέντρο της Αθήνας, και να κρατάνε εφημερίδα μοιάζει απίθανο. Οι (πολύ) νέοι άνετα θα μας κοίταζαν με περιέργεια, σχεδόν σαν εξωγήινους.
Με έχει ήδη αναγνωρίσει. Μου μιλά για το σύνολο της εφημερίδας. Είναι αρκετά ικανοποιημένος, αλλά «η κριτική οφείλει να είναι το ίδιο σκληρή, αυστηρή έστω, προς πάσα κατεύθυνση. Μην τους λυπάστε (τους κυβερνώντες), μην τους χαϊδεύετε τα αυτιά, γιατί έτσι ξεσαλώνουν – πρέπει να αποδεχτούν την κριτική, από όπου κι αν προέρχεται (σχεδόν…) μπας και γίνουν καλύτεροι διαχειριστές στο συγχυσμένο προτεκτοράτο».
Ζει στη Λέρο (πανέμορφη, την έχω επισκεφθεί) και παραπονιέται γιατί κάθε μέρα πρέπει να διανύσει έξι χιλιόμετρα για να αγοράσει την εφημερίδα· δύο είναι -με πληροφορεί- όλα κι όλα τα σημεία πώλησης (θα επιληφθώ του θέματος…). Το νησί προσπαθεί να βρει τη «νησιωτικότητά» του, να αποβάλει, μου λέει, αυτό που το έχει απαξιώσει στα μάτια του κόσμου, είτε σαν τόπος εξορίας, εκτοπισμένων από τη χούντα, είτε λόγω του ψυχιατρείου (από τις φριχτές εικόνες των συνθηκών διαβίωσης των νοσηλευόμενων, που είδε η ανθρωπότητα πριν από μερικά χρόνια).
Ευχάριστος άνθρωπος, παλαιομοδίτης, λέει, αλλά ξεχειλίζει από ευγένεια· δεν μπορεί να ενημερωθεί από το διαδίκτυο και όλα αυτά τα ηλεκτρονικά, ψηφιακά, πώς διάολο τα λένε, μαραφέτια. Από τους τελευταίους των Μοϊκανών;
Ποιος ξέρει τι τέξεται η επιούσα στον χώρο της (παρα)πληροφόρησης (έτσι όπως την καταντήσαμε); «Φταίτε κι εσείς οι δημοσιογράφοι» μου λέει ευθαρσώς, με έκδηλη την αγωνία τι θα κάνει άμα σταματήσουν να κυκλοφορούν εφημερίδες. «Εεε, για σιγά -αντιλέγω- μην είμαστε τόσο απαισιόδοξοι, δεν επήλθε δα και το τέλος του έντυπου κόσμου». «Δελεαστήκατε -επιμένει- από τον εύκολο πλουτισμό και τον συγχρωτισμό σας με τους θυλάκους της εξουσίας, σας τσάκισε η ματαιοδοξία». Τι να πω; Συμφωνώ – μάλλον έχει δίκιο, αλλά και τι μ’ αυτό;
Χωρίζουμε χωρίς να ανταλλάξουμε αριθμούς τηλεφώνων· θα βρεθούμε σίγουρα ή στο νησί του (μακάρι) ή στην πολύβουη Αθήνα, αφού οι κεραίες (μας) είναι στραμμένες στον ίδιο (περίπου) ορίζοντα, με ξέπνοους μεν ανέμους αλλά ακόμα υπαρκτούς, κάτι που σημαίνει ότι δεν έχουν τελειώσει όλα, κάποιο υπόλοιπο συνεχίζει να στροβιλίζεται και να μεταφέρει μηνύματα συμπαράστασης (από ποιον σε ποιον;
Αλλά αυτό είναι ένα άλλο ζήτημα, που θα μας απασχολήσει τα επόμενα χρόνια). Η κυβέρνηση μπορεί να έχει παραδοθεί, και μάλιστα άνευ όρων, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η κοινωνία (η όντως Αριστερά) δεν αντιστέκεται.
