Διέθετε δαιμονισμένη όσφρηση ο Πάτρικ όταν αναζητούσε καλό αλκοόλ -το μύριζε μίλια μακριά-, οπότε οδηγήθηκε τάχιστα έξω στον διάδρομο. Αφαίρεσε με σπουδή τον φελλό απ’ την παμπάλαια ζυθοδόχη και με ευφυή πατέντα γέμισε δυο κρίκερ, τα οποία παρουσίασε με πριγκιπική επισημότητα στο δωμάτιο. Ψιθύριζε θεσπέσιες παρτιτούρες, καθώς καταλάγιαζε ο αφρός τους. Μυροβόλα φθογγόσημα κυρίευσαν τη ρινική μας κοιλότητα. Η ευχυμία τους θα ανάγκαζε τους ολύμπιους θεούς ν’ απαρνηθούν το νέκταρ κι η επίγευσή τους να χύσουν τ’ αποθέματα στα βάραθρα του Κισσάβου. Αισθανόσουν το άγγιγμα της αιωνιότητας στον ουρανίσκο.
Απορροφημένος στις αρχέγονες σπονδές ο μπεκροκανάτας συμπότης παρακολούθησε ανέκφραστος το επιμύθιο του αιρετικού φιλίστορος, που μετέφερα άλαλος – δεν θυμάμαι πια σε ποια γλώσσα: «Οσάκις οι σγουρογένηδες Τρίτωνες φυσήξουν τα κοχύλια του βυθού, καλώντας τες αμετάκλητα στα γλαυκά σπήλαια κι ακόμα πιο βαθιά, στα σιωπηλά μέλαθρα των άμορφων και σκοτεινών αέναων υδάτων, οι Σειρήνες αποκαλύπτουν σε ελάχιστους εκλεκτούς τη διττή τους ταυτότητα με σκηνοθετημένες φαντασμαγορίες που μένουν ανεξίτηλα χαραγμένες στην πατίνα της μνήμης.
»Αφού φανερώσουν την κρυφή φύση τους η Παρθενόπη, η Θελξίπεια, η Λίγεια, η Αγλαόπη και οι αδελφές τους σε εράσμια πρόσωπα, εμφανίζονται κατόπιν ενώπιόν τους μία εισέτι φορά, σε αποχαιρετιστήριες τελετές, σε πανηγυρικά ραβαΐσια, προσχεδιασμένα στην παραμικρότερη αλληγορική τους λεπτομέρεια. Εγκαταλείπουν εν μέσω φίλων τα εγκόσμια και βυθίζονται ανεπιστρεπτί στα υποβρύχια πεδία. Οι αγαπημένοι δεν τις χάνουν, ωστόσο, οριστικά. Μόλις επιθυμήσουν να απαλλαγούν απ’ τη μονότονη καθημερινότητα, την απελπισία της επανάληψης, τη ρηχότητα και τα άλγη του βίου ή, τέλος, απ’ τη φθορά των γηρατειών δεν έχουν παρά να σταθούν στην ακρώρεια θαλασσόβραχου, τονθορύζοντας τρις τ’ όνομά τους. Η λατρευτή τους Σειρήνα θα βρίσκεται πάντα εκεί, γιατί είναι παντού, και τότε ο πόθος τους για αιώνια περιπέτεια θα ξεδιψάσει».
Το δελφικό αγίασμα που γευόμουν -ο Πάτρικ είχε φρεσκάρει ήδη τετράκις τα ποτήρια- με βοήθησε, μεταξύ άλλων, να παραμείνω ψύχραιμος, ειδάλλως δεν θα είχα αποφύγει τη λιποθυμία. Ο Ροζάριο Μπερνέρι σκιαγραφούσε, λες, τη Λίζα και το μυστήριο που την τύλιγε με αδρές, λακωνικές γραμμές. Ετσι ερμηνεύονταν η κολυμβητική της δεινότητα, η εκνευριστική ραστώνη στην ενδοχώρα, οι διατροφικές της έξεις και οι ρέστες αλλοκοτίες του χαρακτήρα της. Παρομοίως εξηγούνταν, μολαταύτα, και τα ανυπέρβλητα χαρίσματα που την έκαναν προσφιλή στις παρέες και αλησμόνητη σε όσους τη ζούσαν στενά.
Πάνω στην ώρα νά σου κι η Ανακέ με σασίμι και σούσι που ’χε παραγγείλει η Λίζα να με φιλέψει. Δεν χρειάστηκε να χτυπήσει. Ο τρεκλίζων συμποσιάρχης άφηνε ανοιχτή την εξώπορτα κατά τις συχνές εφόδους του στο κεφαλόσκαλο. Προτού προλάβει να εκφράσει το σάστισμα για την εικόνα του κοινόχρηστου χώρου του ορόφου, απόρησε με τις πιεστικές ερωτήσεις που της απηύθυνα, περισσότερο όμως εξεπλάγη ευχάριστα απ’ τη γευστική πανδαισία του οινοπνεύματος που την κεράσαμε. (Συνεχίζεται)
