Δύσκολη η αρχή του φθινοπώρου για τους φιλόμουσους που αναζητούν «κανονικές» συναυλίες κι ακόμη δυσκολότερη φέτος που, λόγω ακυρώσεων ειδικά στο πεδίο της κλασικής μουσικής, η προσφορά του Φεστιβάλ Αθηνών απογοητευτική. Ευτυχώς το κενό αναπληρώνουν τον Σεπτέμβριο έκτακτες διοργανώσεις ιδιωτικών φορέων με διεθνή χαρακτήρα/διασυνδέσεις.
Στις 7/9/2017, στον υποβλητικό χώρο της Λίμνης της Βουλιαγμένης, η Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης, υπό τον Διονύση Γραμμένο, έδωσε μια ωραία συναυλία στο πλαίσιο της σειράς μουσικών εκδηλώσεων «Η λίμνη των ήχων», που υλοποιείται με στήριξη του Ιδρύματος Λάτση υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση του Γραμμένου. Καθώς το σύνολο έπαιξε σε υπαίθριο, έντονα απλωμένο χώρο χρησιμοποιήθηκε ηλεκτρονική ενίσχυση, «πειράζοντας» κατά τι τη ζωντανή ακρόαση.

Εξαίρετος κλαρινετίστας που κάνει ήδη επιτυχημένα βήματα διεθνώς ως αρχιμουσικός, ο 27χρονος Κερκυραίος πρότεινε εκτενές πρόγραμμα δημοφιλών συνθέσεων του ώριμου ρομαντισμού και του 20ού αιώνα, αρθρώνοντάς το με εναλλαγές μείζονων και ελάσσονων κομματιών. Δίχως εξαίρεση, οι ζωντανές, καλοεπεξεργασμένες, εύστοχα διαφοροποιημένες αναγνώσεις φανέρωσαν ότι ο Γραμμένος κατανοεί άριστα τη δομή και το υφολογικό στίγμα κάθε μουσικής. Πρώτη ακούσαμε μια ταιριαστά σφριγηλή και αιχμηρή, εύστοχα αρθρωμένη ανάγνωση της εισαγωγής «Καρναβάλι» του Ντβόρζακ.
Ακολούθησαν δύο αποσπάσματα από την «Ωραία κοιμωμένη» του Τσαϊκόφσκι, όπου κυριάρχησαν η εύπλαστη μελωδική ροή και ο ανάλαφρος χορευτικός βηματισμός. Στην πασίγνωστη, πενταμερή «Σουίτα αρ.1, Πέερ Γκιντ» του Γκριγκ απολαύσαμε το αβίαστο ξετύλιγμα των πλατιών λυρικών μελωδιών από το συμπαγές, ελεγχόμενου βάρους σώμα των εγχόρδων και τις αιθέριες συνεισφορές των ξύλινων πνευστών.
Στη συνέχεια η Αννα Φεντόροβα ερμήνευσε το κάποτε ιδιαίτερα δημοφιλές «Κοντσέρτο για πιάνο» του ίδιου συνθέτη. Η ταλαντούχα 27χρονη Ουκρανή πιανίστρια πρόσφερε μια σύγχρονου στίγματος, συναρπαστική, α λα Λιστ ρωμαλέα, σφριγηλή, ορμητική ερμηνεία, με μυώδη φραστική αλλά και ωραίες στιγμές ευγενούς λυρισμού. Αφού πρόσφεραν ως σύντομη γέφυρα το νοσταλγικό «Vocalise» του Ραχμάνινοφ ΚΟΘ και Γραμμένος ολοκλήρωσαν τη συναυλία με τρία αποσπάσματα από τη σουίτα «Το πουλί της φωτιάς» (1919), εκθέτοντας τις όμοια υψηλές επιδόσεις τους στη διαφορετικών προδιαγραφών -αιχμηρότερη γραφή, ενορχήστρωση έντονων αντιθέσεων κ.λπ.- εργογραφία του μοντερνισμού.
Ελληνοτουρκική Ορχήστρα Νέων
Στις 8/9/2017, στο κυκλικό εσωτερικό αίθριο του νεοκλασικού Ζαππείου, η Ελληνοτουρκική Ορχήστρα Νέων, υπό την ταλαντούχα Ζωή Ζενιώδη, έδωσε την τελευταία συναυλία της φετινής περιοδείας της στην Ελλάδα, αφήνοντας άνισες μεν αλλά εξόχως ενδιαφέρουσες εντυπώσεις.
Ενεργό υπό αναμενόμενα διαφορετική σύνθεση εδώ και μία δεκαετία, το σύνολο αποτελείται από περίπου 60 Ελληνες και Τούρκους μουσικούς ηλικίας 18 έως 28 ετών, που συναντιούνται κάθε καλοκαίρι για να προετοιμάσουν και να δώσουν συναυλίες στις δύο χώρες. Φέτος οι συναυλίες υλοποιήθηκαν υπό την αιγίδα των ελληνικών υπουργείων Εξωτερικών, Πολιτισμού και Αθλητισμού, με χορηγίες από το Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος, το τουρκικό Ιδρυμα «Vehbi Koç» και τη διεθνή εταιρεία AGC Equity Partners.
Πρώτες ακούσαμε δυο στρωτές, ακριβείς εκτελέσεις των δημοφιλών «Ουγγρικών χορών αρ.1 και αρ.5» του Μπραμς. Ακολούθως η Γκεκτσέ Μπαχάρ Οϊτούν έπαιξε το «Κοντσέρτο για τσέλο αρ.2» του Χάιδν, έργο στο μεταίχμιο του κλασικισμού, χαμηλών λυρικών τόνων. Η νηφάλια, ευγενής ερμηνεία της Τουρκάλας τσελίστριας υπήρξε κάπως άτολμη και με περιστασιακές τονικές αστάθειες στον ήχο. Αλλά και συνολικά η κάπως βαριά, διστακτική διάπλαση της εκτέλεσης από τη Ζενιώδη κινήθηκε εκτός των κατακτήσεων της ιστορικής ερμηνευτικής στερώντας τον Χάιδν από την ειδοποιό κομψότητα και ελαφράδα.
Εκτός προγράμματος η Τουρκάλα τσελίστρια πρόσφερε την γοητευτικά εθνικοσχολικού στίγματος «Παρτίτα» του συμπατριώτη της Αχμέντ Αντνάν Σαϊγκούν (1907-1991). Η βραδιά ολοκληρώθηκε με μια -βοηθούσης της άριστης ακουστικής του χώρου!- απρόσμενα συναρπαστική, απαλλαγμένη από κάθε ρουτινιάρικη αίσθηση ερμηνεία της «Συμφωνίας αρ.5» του Τσαϊκόφσκι. Αντιμέτωπη με μια σύνθεση πλήρως ανεπτυγμένης, ρομαντικής συμφωνικής γραφής, η ευφυής 41χρονη Ελληνίδα αρχιμουσικός αξιοποίησε στο έπακρο τη νεανική ζέση και προσήλωση των μουσικών της.
Πρόβαλε με αμεσότητα και ευγένεια το «σλαβικό» πάθος και το πολυδιάστατο συναισθηματικό φορτίο της μουσικής, απέδωσε άριστα τη σύνθετη, «κάθετη» οργάνωση της μουσικής σε κύριες και δευτερεύουσες αφηγήσεις και ανέδειξε αβίαστα τις δραματουργικές και ενορχηστρωτικές λεπτομέρειες.
