Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τον Ιούλιο του 2015 ο Μισέλ Βινόκ έδωσε συνέντευξη στο περιοδικό L’ Express, την οποία πριν από μερικούς μήνες απέδωσε επιμελώς στη γλώσσα μας ο Θ. Γιαλκέτσης («Διανοούμενοι και Αριστερά», «Εφημερίδα των Συντακτών», 4-5 Φεβρ. 2017). Είναι ακόμη μία αφορμή να ανατρέξω σε εκπαιδευτική μου άδεια στο Παρίσι (1987/1988) και στην αρθρογραφία μου στον αθηναϊκό Τύπο («Τα Νέα», 25.2.1988 και 9.2.1989) για τον «ορισμό του διανοουμένου».

Το ίδιο συνέβη και δέκα χρόνια αργότερα («Το Βήμα», 13.9.1998, «Το βάρος των διανοουμένων»), αφού ήδη είχα μετάσχει σε συνέδριο στο Παρίσι («Espaces Marx», 150 χρόνια μετά το Μανιφέστο του Κομμουνιστικού Κόμματος) με την ανακοίνωση: «Les “intellectuels” comme “communistes”».

Αφησα τότε να καταλαγιάσει κάπως ο εκκωφαντικός επετειακός θόρυβος για τους «διανοούμενους», που προήλθε από τη συμπλήρωση εκατό χρόνων από το «Μανιφέστο των διανοουμένων», όπως τιτλοφορήθηκε η πρωτοβουλία «ανθρώπων των επιστημών και των γραμμάτων» (κατά τη διευκρίνιση της ίδιας περιόδου) για την αναψηλάφηση της υπόθεσης Ντρέιφους.

Ανανεώθηκε η ευφορία των Γάλλων ιστορικών των ιδεών, με επιπλέον ώθηση που τους δόθηκε λόγω του εορτασμού των τριάντα χρόνων από τον παρισινό «Μάη», για την πανοραμική (και επομένως όχι εντελώς ακριβή) θεώρηση της γένεσης των «διανοουμένων».

Για παράδειγμα, ο Μισέλ Βινόκ, στο πολυσέλιδο βιβλίο του «Le siècle des intellectuels», εντάσσει την υπόθεση Ντρέιφους στην «εποχή Barrès», όταν φαίνεται να εισέρχεται καίρια ο επιστημονικός λόγος στους θεσμούς της δημοσιότητας.

Γράφεται επίσης ότι στον αγγλοσαξονικό χώρο, ο «διανοούμενος» θεωρείται «περισσότερο γαλλική “εφεύρεση”» που δεν έχει αποκτήσει «θετικό πρόσημο». Επιπλέον, σημειώνεται ότι η «λέξη και η έννοια του δημόσιου διανοούμενου δημιουργήθηκε στη Γαλλία, στη διάρκεια της υπόθεσης Ντρέιφους». Είναι ακριβής μια τέτοια χωρο-χρονική τοποθέτηση αυτού του «συμβάντος»;

Ας δούμε όμως από κοντά τα γεγονότα και τη σημασία τους. Το «Κατηγορώ» του Εμίλ Ζολά δημοσιεύτηκε στις 13 Ιανουαρίου του 1898 και απευθύνθηκε στους ομοτέχνους του για την ανακίνηση της υπόθεσης Ντρέιφους και συναφώς για την ευαισθητοποίηση της «κοινής γνώμης» στην υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ακριβώς την επόμενη μέρα, εμφανίζεται το «Μανιφέστο των διανοουμένων», με την υπογραφή του ίδιου του Ζολά, του Αν. Φρανς και μακράς σειράς «διανοουμένων».

Συνήθως εκείνο που υπογραμμίζεται με τη δημόσια λειτουργία αυτού του κειμένου είναι η συλλογική παρέμβαση επώνυμων διανοουμένων, δηλαδή καταξιωμένων στο πεδίο των γραμμάτων και των τεχνών, στην τρέχουσα πολιτική πραγματικότητα με γνώμονα «αξίες» που την υπερβαίνουν.

Ωστόσο, συχνά αποσιωπάται ό,τι προηγήθηκε αυτής της μαρτυρίας και κυρίως οι λόγοι που την κατέστησαν εφικτή, δηλαδή οι θεσμοί που την επέτρεψαν, και οι συναφείς ωθήσεις που διευκόλυναν, για παράδειγμα οι πιέσεις του Γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος.

Πράγματι, από τις αρχές της δεκαετίας του 1890, με τη συμβολή του Καρλ Κάουτσκι, οριοθετείται η θεματική της «προλεταριακής διανόησης» με στόχο την οργάνωσή της και συνακόλουθα την υπερνίκηση των συνθηκών της μισθωτής εργασίας της, την οποία άλλωστε διέπει η θεμελιώδης αντίθεση ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία.

Τούτο ακριβώς την εντάσσει στους κόλπους του σοσιαλιστικού κινήματος, ενώ με τη σειρά τους οι εκπρόσωποι, λόγω της θέσης τους στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας, έχουν τη δυνατότητα να δείξουν στην εργατική τάξη τον «τελικό» της σκοπό, στο πλαίσιο πάντα της οργανωμένης πολιτικής έκφρασης αυτού του κινήματος (βλ. τον Β’ τόμο, Α’ μέρος, της Σοσιαλιστικής σκέψης στην Ελλάδα, 1991: 22-32).

Κατά την περίοδο αυτή συμφύρεται και συνάμα αποχωρίζεται ο στενός ορισμός των «διανοουμένων» (που περιλαμβάνει τους ανθρώπους των γραμμάτων και των τεχνών, τους «λογίους», όπως συνήθιζαν να τους αποκαλούν κατά τον 19ο αιώνα) από τον πλατύ ορισμό που καλύπτει ως ιδιαίτερη κοινωνική κατηγορία όσους εργάζονται διανοητικά.

Στην πρώτη περίπτωση ανήκουν οι ειδικοί του γραπτού λόγου, κατά προτίμηση του έντεχνου, και στη δεύτερη κατατάσσονται ισότιμα όλες οι μη χειρωνακτικές ασχολίες, με βάση τις οποίες συγκροτείται μια ιδιαίτερη διαταξική ή απλώς «ενδιάμεση» κοινωνική κατηγορία.

Πάντως απ’ αυτήν την οπτική δεν μένει ανεπηρέαστος ο στενός ορισμός των διανοουμένων, στον βαθμό που μετατρέπεται το γνώρισμα της ενιαίας ταυτότητας συμφερόντων και ενδιαφερόντων σε δικαίωμα άσκησης συλλογικής κοινωνικής κριτικής.

Τούτο συντελείται ευκρινέστερα σε μια εποχή ριζικότερης ανασύνταξης του κοινωνικού καταμερισμού της εργασίας, όταν δηλαδή μεγιστοποιούνται οι μορφές διανοητικής εργασίας και συναφώς πολλαπλασιάζονται οι ευκαιρίες –με το βιβλίο, το φυλλάδιο, το περιοδικό, την εφημερίδα, την αφίσα, τη φωτογραφία, το ραδιόφωνο και τις συγκεντρώσεις– για τη δημόσια διατύπωση της γνώμης, ακόμη και για θέματα στα οποία οι διανοούμενοι prima facie δεν είναι αρμόδιοι.

* ομότιμος καθηγητής Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων