Ο Λάνγκστον Χιουζ (Langston Hughes, 1902-1967) αναγνωρίστηκε για πρώτη φορά ως σημαντικός λογοτέχνης κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920, μια περίοδος η οποία έγινε και έμεινε γνωστή ως η «Αναγέννηση του Χάρλεμ», λόγω του μεγάλου αριθμού των αναδυόμενων στην επιφάνεια μαύρων συγγραφέων.
Ο γνωστός Αμερικανός συγγραφέας Edwin Du Bose Heyward (1885-1940), έγραψε στους New York Herald Tribune, το 1926:
«…Ο Λάνγκστον Χιουζ, αν και μόνο είκοσι τεσσάρων χρονών, κατέχει σημαντική και ξεχωριστή θέση στην ομάδα των νέγρων διανοουμένων οι οποίοι προσδίδουν αξιοπρέπεια στο Χάρλεμ με το να δείχνουν πως είναι η πραγματική τέχνη… πάντα με έντονο υποκειμενικό πάθος, εξαιρετικά ευαίσθητη ομορφιά και προικισμένος με ακλόνητη μουσική αίσθηση, ο Λάνγκστον Χιουζ μας δίνει ένα “πρώτο βιβλίο” που σηματοδοτεί την έναρξη μιας καριέρας που αξίζει να παρακολουθήσουμε…».
Εν τούτοις, παρά τη συγκεκριμένη δήλωση του Heyward, μεγάλο μέρος του αρχικού έργου του Λάνγκστον Χιουζ επικρίθηκε σφοδρά από πολλούς μαύρους διανοούμενους, γιατί ισχυρίζονταν ότι απεικόνιζε μόνο την ελκυστική όψη της μαύρης ζωής.
Στο αυτοβιογραφικό του «The Big Sea» (New York: Knopf, 1940), ο Χιουζ σχολίασε:
«Το “Fine Clothes to the Jew” (Knopf, 1927), έτυχε ευνοϊκής υποδοχής από τα λογοτεχνικά περιοδικά και τον λευκό Τύπο, αλλά στους νέγρους επικριτές δεν άρεσε καθόλου. Το Pittsburgh Courier είχε ένα μεγάλο τίτλο με κεφαλαία γράμματα σε όλη την κορυφή της σελίδας, “Το βιβλίο των ποιημάτων σκουπίδια του Λάνγκστον Χιουζ” (LANGSTON HUGHES’ BOOK OF POEMS TRASH).
»Ο τίτλος της New York Amsterdam News, ήταν “Λάνγκστον Χιουζ – Ο ένοικος των υπονόμων” (LANGSTON HUGHES—THE SEWER DWELLER). Η Chicago Whip με χαρακτήρισε ποιητή χαμηλού επιπέδου του Χάρλεμ.
»Άλλοι ονόμασαν το βιβλίο ντροπή για τη φυλή, επιστροφή στη διάλεκτο της παράδοσης και παρέλαση όλων των φυλετικών ελαττωμάτων μας ενώπιον του κοινού…. Οι νέγροι κριτικοί και αρκετοί από τους διανοούμενους ήταν πολύ ευαίσθητοι στα βιβλία για τη φυλή τους. Και ακόμα είναι…
»Σε ό,τι αφορά τους λευκούς ανθρώπους, ήταν πιθανό ότι ήθελαν να το διαβάσουν, και ότι θα ήθελαν να κάνουν το πρώτο βήμα τους προς τα εμπρός… αλλά μόνο έως εκεί…».
Ο Hoyt W. Fuller (1923-1981), εκδότης και συγγραφέας, σχολίασε ότι ο Χιουζ «επέλεξε να ταυτιστεί με τους απλούς μαύρους ανθρώπους, όχι επειδή απαιτούσε λιγότερη προσπάθεια και επιτήδευση, αλλά ακριβώς επειδή είδε εκεί περισσότερη αλήθεια και βαθύτερη σημασία.
»Ίσως επηρεάστηκε αντίθετα από τον πατέρα του, ο οποίος, απογοητευμένος με το να είναι συνεχώς αντικείμενο περιφρόνησης στην πατρίδα του, απέρριψε τους δικούς του ανθρώπους.
»Ίσως η αντίδραση του ποιητή στη φυγή του πατέρα του από την αμερικανική φυλετική πραγματικότητα, τον οδήγησε να αγκαλιάσει το θέμα με μεγαλύτερη θέρμη…».
Σημειωτέον ότι οι γονείς του Λάνγκστον Χιουζ χώρισαν λίγο μετά τη γέννησή του και ο πατέρας του μετακόμισε στο Μεξικό. Είναι γνωστό, άλλωστε, ότι ο πατέρας του αισθανόταν βαθιά αντιπάθεια και αποστροφή για τους άλλους Αφροαμερικανούς.
Με τα λόγια του Χιουζ, η ποίησή του ενδιαφέρεται για τους εργάτες και τραγουδιστές, για όσους κυνηγούν δουλειά στη Λεωφόρο Λένοξ στη Νέα Υόρκη, τη Seventh Street στην Ουάσιγκτον ή τη South State στο Σικάγο, για τους χτεσινούς ανθρώπους και τους αυριανούς, εκείνους που εργάζονται αυτή την εβδομάδα και απολύονται την επόμενη, για όσους δέρνονται και μπλέκουν άσχημα αλλά αποφασίζουν να μην ηττηθούν εξ ολοκλήρου, για όσους αγοράζουν έπιπλα με δόσεις, για όσους γεμίζουν το σπίτι τους με άλλους ενοικιαστές για να πληρώσουν το ενοίκιο, ελπίζοντας να πάρουν καινούργιο κοστούμι για το Πάσχα, και το βάζουν ενέχυρο πριν από την Τετάρτη Ιουλίου».
Στην πραγματικότητα, ο τίτλος «Fine Clothes to the Jew», ο οποίος είχε παρεξηγηθεί και έγινε μισητός από πολλούς ανθρώπους, προήλθε από τους Εβραίους εμπόρους του Χάρλεμ, οι οποίοι είχαν στην κατοχή τους τα περισσότερα καταστήματα εκείνη την εποχή στην περιοχή αυτή και οι οποίοι συνήθιζαν να δίνουν αγαθά με ενέχυρο κερδίζοντας αρκετά χρήματα από τους ανήμπορους οικονομικά νέγρους.

Ο Lindsay Patterson (1934-2009), ένας Αφροαμερικανός μυθιστοριογράφος ο οποίος χρημάτισε για κάποιο διάστημα βοηθός του Χιουζ, πίστευε ότι ο Χιουζ ήταν ο πιο κακοποιημένος ποιητής στην Αμερική.
Όπως έλεγε, οι σοβαροί λευκοί κριτικοί τον αγνόησαν, οι λιγότερο σοβαροί τον σύγκριναν με την άτεχνη ποίηση του Cassius Clay, και οι περισσότεροι μαύροι κριτικοί τον θαυμάζουν απρόθυμα. Κάποιοι άλλοι, όπως ο James Baldwin, είδαν εντελώς κακόβουλα το ποιητικό του επίτευγμα.
Η τραγωδία του Χιουζ ήταν μάλλον σαν δίκοπο μαχαίρι. Ήταν μαύρος χωρίς να ντρέπεται σε μια εποχή που δεν «ήταν της μόδας» οι μαύροι και τα θέματά τους, αλλά είχε την εξυπνάδα και την ευφυΐα να εξερευνήσει την κατάσταση των μαύρων.
Παρ’ όλα αυτά, ο Χιουζ, περισσότερο από κάθε άλλο μαύρο ποιητή ή συγγραφέα, κατέγραψε πιστά τις αποχρώσεις του μαύρου και τις απογοητεύσεις της ζωής του.
Παρά τα διάφορα προβλήματα που είχε τόσο με μαύρους όσο και με λευκούς κριτικούς, ήταν ο πρώτος μαύρος Αμερικανός που κέρδιζε τα προς το ζην αποκλειστικά από το γράψιμό του και τις δημόσιες διαλέξεις που έδινε.
Σε μεγάλο μέρος αυτή η ικανότητά του οφειλόταν στην πρωτοφανή αποδοχή και αγάπη που απολάμβανε από μεγάλη μερίδα μαύρων ανθρώπων. Βρισκόταν πάντοτε, τότε και τώρα, στην κορυφή του λογοτεχνικού ενδιαφέροντος, τουλάχιστον, μεταξύ των μαύρων.
Ο Χιουζ κατέχει τέτοια θέση στη μνήμη του λαού του, ακριβώς επειδή ο ίδιος αναγνώρισε ότι οι μαύροι διαθέτουν μέσα τους μεγάλη δεξαμενή σωματικής και πνευματικής δύναμης, και επειδή χρησιμοποίησε την τέχνη του για να αντικατοπτρίσει με τον δικό του τρόπο αυτούς ακριβώς τους ανθρώπους. Χρησιμοποίησε την ποίηση και πεζογραφία του για να τονίσει ότι δεν υπάρχει καμία έλλειψη ομορφιάς, δύναμης και εξουσίας ανάμεσα στους μαύρους, και επέλεξε να το κάνει στο δικό τους επίπεδο, με τους δικούς τους όρους!
Λέγεται ότι έφερε και παρουσίασε πλούσιο και πολύχρωμο λογοτεχνικό φόντο με το συγγραφικό του έργο.
Μέχρι την ηλικία των δώδεκα χρονών, είχε ζήσει σε έξι διαφορετικές πόλεις της Αμερικής.
Τη χρονική στιγμή που εκδόθηκε το πρώτο του βιβλίο, εκείνος είχε εργαστεί ήδη ως γεωργός, μάγειρας, σερβιτόρος, απόφοιτος κολεγίου, ναύτης και θυρωρός σε νυχτερινό κέντρο διασκέδασης στο Παρίσι, και είχε επισκεφτεί το Μεξικό, τη Δυτική Αφρική, τις Αζόρες, τα Κανάρια Νησιά, την Ολλανδία, τη Γαλλία και την Ιταλία.
Σε γενικές γραμμές, η δημιουργική ζωή του ήταν πλήρης, πολυποίκιλη και πρωτότυπη.
Κατάφερε και έφτασε το μήνυμά του σε πολλούς ανθρώπους μέσω του δημοφιλούς φανταστικού χαρακτήρα του, του Jesse Β Semple, Simple σε συντόμευση.
Οι ιστορίες του Langston Hughes σχετικά με τον Jesse Β Semple δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά σε μια εβδομαδιαία στήλη στην Chicago Defender και στη συνέχεια μαζεύτηκαν, ενοποιήθηκαν, διαβάστηκαν και αγαπήθηκαν από εκατοντάδες χιλιάδες αναγνωστών.
Γράφτηκε και πολύ σωστά ότι ο Simple είναι ένας από τους πιο αξέχαστους χαρακτήρες στα χρονικά της αμερικανικής λογοτεχνίας, και δίκαια θεωρείται ως μία από τις πιο εμπνευσμένες δημιουργίες του Χιουζ.
Είναι ένας φτωχός άνθρωπος που ζει στο Χάρλεμ, ένα είδος κόμικς, κατά κάποιο τρόπο, που λέει τις ιστορίες του στον Boyd, που είναι συγγραφέας σαν τον Χιουζ, με αντάλλαγμα ένα ποτό.
Τα παραμύθια και οι ιστορίες του έχουν σχέση με τα προβλήματά του με την εργασία, τις γυναίκες, τα χρήματα και τη ζωή γενικά, και με πολύ απλότητα αποκαλύπτει τα προβλήματα που αναφύονται όταν ειδικά είσαι φτωχός και μαύρος μέσα σε μια άκρως ρατσιστική κοινωνία.
Κάποια στιγμή σχολιάζει: «Οι λευκοί είναι η αιτία των περισσότερων προβλημάτων στη ζωή μου».
Οι συλλογισμοί του Simple εμφανίστηκαν, εκτός από τη Chicago Defender το 1942, που αναφέραμε πιο πάνω, και στην εφημερίδα New York Post αργότερα. Φυσικά στη συνέχεια δημοσιεύτηκαν σε πολλούς τόμους και εκδόσεις.
Μια πιο πρόσφατη συλλογή, του 1994, «Η επιστροφή του Simple», περιέχει αδημοσίευτο υλικό, αλλά που παραμένει επίκαιρο σε θέματα όπως η πολιτική ορθότητα, τα δικαιώματα των παιδιών, το υπόγειο ρατσιστικό ρεύμα, η αντισύλληψη και στείρωση.
Ο Simple είναι ένας καλά αναπτυγμένος χαρακτήρας, πιστευτός και αξιαγάπητος.
Οι καταστάσεις που συναντά και συζητά είναι τόσο αληθινές για όλους, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι απλές ή καθ’ οιονδήποτε τρόπο βαρετές.
Ο Simple είναι ένας απλοϊκός άνθρωπος που ποτέ δεν εγκαταλείπει την ελπίδα του αύριο.
Εξέφρασε, με τον τρόπο του, και μίλησε για όνειρα, φόβους και ελπίδες, όλα αυτά γεμάτα από την αγκυροβολημένη στη ζωή τους σοφία.
Γνωρίζει καλά το καθεστώς της φυλής του, ότι ο αγώνας είναι δύσκολος, και δεν προσφέρει καμία λύση ή τεχνητό βάλσαμο. Ο αγώνας, υπαινίσσεται, είναι εδώ και μπορεί να κερδηθεί μόνο εδώ, και δεν υπάρχει χώρος για φαντασιώσεις, αυταπάτες και ψεύτικες προσπάθειες στη συγκάλυψη κάποιου βασικού αισθήματος ανεπάρκειας των μαύρων.
Απλώς γνωρίζει, επίσης, ότι η δύναμη, η επιμονή, η δέσμευση που είναι απαραίτητα στοιχεία και παράμετροι για να κερδηθεί ο πολυπόθητος αγώνας, υπάρχουν και μέσα στη μαύρη κοινότητα.
Ήταν βαθιά η πεποίθηση του Χιουζ στη σύνεση και πίστευε στην ανθρωπότητα. Ήλπιζε αταλάντευτα σε έναν κόσμο στον οποίο όλοι οι άνθρωποι θα μπορούσαν να ζήσουν μαζί με σωφροσύνη και κατανόηση, πράγμα που οδήγησε στην πτώση της δημοτικότητάς του στα ταραχώδη τελευταία χρόνια της ζωής του.
Σε αντίθεση με τους νεότερους και πιο μαχητικούς συγγραφείς, ο Χιουζ ποτέ δεν έχασε την πεποίθησή του ότι οι περισσότεροι άνθρωποι, στις χώρες και πόλεις που επισκέφτηκε, είναι γενικά καλοί, ανεξαρτήτως φυλής.
Επανεξετάζοντας το «The Panther and the Lash: Poems of Our Times» (1967), πολλοί αναγνώρισαν την ευαισθησία του Χιουζ, η οποία συμβάδιζε με την εποχή του, αλλά επέκριναν την έλλειψη συγκεκριμένης προσωπικής πολιτικής στάσης, και ότι σε διάφορα ποιήματα ήταν μοιραία επιρρεπής να συμπάσχει για τις εκ διαμέτρου αντίθετες πολιτικές της φυλής του.
Παρά τις κάποιες πρόσφατες επικρίσεις, όμως, η θέση του Λάνγκστον Χιουζ στην αμερικανική λογοτεχνική σκηνή φαίνεται να είναι… ασφαλής.
Πολλά ποιήματα του Χιουζ έχουν μεταφραστεί στα γερμανικά, γαλλικά, ισπανικά, ρωσικά, τσέχικα και σε κάποιες άλλες γλώσσες, ενώ μερικά έχουν μάλιστα μελοποιηθεί.
Πάντως ο Χιουζ, σύμφωνα με τη γνώμη αρκετών, έχει ίσως τη μεγαλύτερη φήμη παγκοσμίως από οποιονδήποτε άλλο μαύρο συγγραφέα.
Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’20, όταν οι περισσότεροι Αμερικανοί ποιητές έκαναν στροφή προς τα έσω, γράφοντας σκοτεινή και απόκρυφη ποίηση σε ένα συνεχώς μειούμενο κοινό αναγνωστών, ο Χιουζ, αντίθετα, γύριζε προς τα έξω, χρησιμοποιώντας γλώσσα και θέματα, και κάνοντας στάσεις και ιδέες οικεία σε όποιον είχε τη δυνατότητα απλώς και μόνο να διαβάζει.
Μέχρι τη στιγμή του θανάτου του, διέδωσε το μήνυμά του με χιούμορ, πάντα όμως με σοβαρότητα στα ακροατήρια όλης της χώρας, έχοντας διαβάσει την ποίησή του σε περισσότερους ανθρώπους ενδεχομένως από οποιαδήποτε άλλο Αμερικανό ποιητή.
