Κάτι τα νέα για την υποψηφιότητα του Δημήτρη Καραντζά για το Ευρωπαϊκό Βραβείο Θεάτρου, κάτι που στο μεγάλο θέατρο ανέβαινε σε επανάληψη η περσινή επιτυχία του ΚΘΒΕ, έχω την εντύπωση πως για πολλούς το αληθινό καλλιτεχνικό ενδιαφέρον του Σαββατοκύριακου βρισκόταν αυτή τη φορά στο μικρό θέατρο της Επιδαύρου.
Το οποίο παρεμπιπτόντως, κι αν δεν κάνω λάθος, στο φετινό πρόγραμμα διεκδικεί για πρώτη φορά με τόσο δυναμισμό μια διακριτή αναφορά, πέρα από την καθιερωμένη ως του μουσικού και θεατρικού συμπληρώματος της μεγάλης ορχήστρας.
Το ζητούμενο είναι πάντα να βρει αυτό το μικρό θέατρο στις παρυφές της Επιδαύρου μια δική του ταυτότητα, ιδιαίτερη και συνεκτική.
Διόλου δεν μας απογοήτευσε σ’ αυτές τις προσδοκίες μας. Η «Μήδεια» του Καραντζά υπήρξε μια πολύ ξεχωριστή πρόταση, όχι μόνο ως προς το ίδιο το έργο, αλλά και ως προς το είδος.
Ηταν μια πρόταση που ξεκινούσε από τον χώρο -τον ιδιαίτερο χώρο του μικρού αρχαίου θεάτρου- και επαναπροσδιόριζε τη σχέση μας μ’ αυτόν.
Η πιο κοντινή αίσθηση που διαθέτουμε είναι του «θεάτρου δωματίου», αν είναι αυτή που μπορεί να μας καθοδηγήσει στην εμπειρία μας.
Μια παράσταση εσωτερική, ατμοσφαιρική, ικανή να μεταφέρει τις βασικές γραμμές της πλοκής και ταυτόχρονα να ανοίξει τις καταπακτές του έργου προς τα κάτω, στις εσωτερικές διακλαδώσεις του.
Η αίσθηση που είχαμε στο μικρό θέατρο της Επιδαύρου ήταν ενός θεάτρου που λειτουργεί σαν επιχείρημα και σαν εργαστήριο, περισσότερο με τη μορφή και τη λειτουργία ενός «στούντιο», για να δοκιμαστούν εκεί προτάσεις και σχήματα τα οποία πιθανόν να αναπτυχθούν αργότερα σε άλλη κλίμακα, στο μεγάλο θέατρο.
Και, για να είμαστε ειλικρινείς, αυτό βλέπουν οι ξένοι στον Ελληνα σκηνοθέτη και αυτό εκτιμούν σ’ αυτόν. Την ποιότητα μιας ιδέας που αφορά το κέντρο της θεατρικής εργασίας.
Εδώ, στη «Μήδεια» ο Καραντζάς προτείνει μια προσέγγιση που ξεπερνά -χωρίς να αρνείται- τις προηγούμενες προτάσεις και ζητά να αναπτυχθεί στον βυθό, ανάμεσα στη σιωπή και τα περίεργα σχήματα της σκηνής.
Τρεις άνδρες ηθοποιοί, με ομοιόμορφα κοστούμια που δηλώνουν όχι την αντρική φύση αλλά «λειτουργική», κοινή ταυτότητα, αναλαμβάνουν να μας μεταφέρουν το έργο του Ευριπίδη ως πρόβλημα αντί για ιστορία και καθέτως -από την ανθρώπινη προς τη μυθική- αντί για οριζοντίως -από την αρχή μέχρι το τέλος- τραγική του ανάπτυξη.
Για τον σκηνοθέτη το ζήτημα στη Μήδεια βρίσκεται σε ό,τι την καθιστά ανοίκεια και ακατανόητη από την ανθρώπινη προσέγγιση.
Η Μήδεια θα είναι για εμάς πάντα μια βάρβαρη, μια ξένη και δαιμόνια, είτε ως γυναίκα, είτε ως αδελφή, ως κόρη και ως άνθρωπος.
Για τον Καραντζά όμως είναι, κυρίως, κάτι άλλο: μια θεότητα που λόγω του Ερωτα έπεσε στα ανθρώπινα βάθη, σύρθηκε στη λάσπη της ανθρώπινης ευτέλειας και αναζητεί τώρα, πάλι, στη Γη τον δρόμο προς τον Ουρανό που κάποτε της ανήκε.
Αυτή η απεγνωσμένη βίαιη ανάληψη της Μήδειας, η αποσάρκωσή της, δεν μπορεί παρά να είναι μια πράξη απάνθρωπη και ανάνθρωπη, ερημική και ακατανόητη.
Οι άνθρωποι μόνο αυτό καταλαβαίνουν και αφηγούνται από τον μύθο της «βάρβαρης»: τη σκιά της ενέργειάς της να σκοτώσει τα παιδιά της και να ρίξει στον κόσμο ένα φρικτό όνομα.
Το αληθινό όμως νόημα της πράξης της, τη «θυσία της», αδυνατούμε να το συλλάβουμε και να αφηγηθούμε με φωνές και πράξεις.
Ενυπάρχει μόνο στον ψίθυρο και στη σιωπή, στο κράτημα της αφήγησης, στο ανάμεσα των λέξεων και στο χάσμα των επιφωνημάτων μας.
Η Μήδεια λοιπόν ως ψίθυρος και ανοιχτό επιφώνημα. Διασχίζει την τραγωδία του Ευριπίδη (σύνθεση του σκηνοθέτη με τη Θεοδώρα Καπράλου), φτάνει στον κόσμο του Ανούιγ, στο σύμπαν του Παζολίνι και στην ερημία του Μίλερ.
Θραύσματα από μια αρχαία τελετή εξευμενισμού και κατανόησης, μιας θεολογίας εκτός χριστιανικού κόσμου, για μια έκπτωτη αγία που ερωτεύτηκε τον άνθρωπο και τον μίσησε, πληγώθηκε από αυτόν και δεν τον συγχώρησε.
Μια ιστορία με έναν εξανθρωπισθέντα θεό, αλλά χωρίς το έλεός του.
Το να επιμένεις σε μια τέτοια θεώρηση και να συνεχίζεις να βλέπεις -ακόμη- το έργο με τους όρους του φύλου και της διαφοράς θα μπορούσε να είναι έως και ανόητο -αντιλαμβανόμαστε τον Ιησού μέσα από το αντρικό φύλο του, αλλά δεν τον κατανοούμε ασφαλώς μέσα από την αντρική φύση του.
Ο ηθοποιός σε αυτή την προσέγγιση υπάρχει μόνο ως φωνή που αφηγείται, είδος ιερέα που εξαφανίζεται πίσω από τη λειτουργία του, καθώς επιτελεί την ιστορία.
Και πρόκειται, αλήθεια, για μια πολύ περίεργη τελετή: θέλει να μας πείσει να ξεπεράσουμε τον αρχικό δισταγμό, να δούμε πίσω από την πράξη, πίσω από τις ανθρώπινες διαστάσεις, το νόημα ενός μύθου που μας ξεπερνά. Το να «ξεπεράσουμε» είναι το ζητούμενο.
Αυτό σημαίνει καλό θέατρο. Ρόλοι που αποδίδονται στη σκηνή με μια τελεστική κίνηση.
Αργότερα, μια θαυμάσια προσευχή προς τον Ερωτα από τους τρεις ηθοποιούς. Ενας Ιάσονας κατανοητός στην αδυναμία του (Χρήστος Λούλης).
Μια εξαιρετική αφήγηση από τον Αγγελιοφόρο (Μιχάλης Σαράντης), που αδυνατεί να βρει τις λέξεις για να πει όσα συνέβησαν.
Μια Μήδεια (Γιώργος Γάλλος) που χάνει το ανθρώπινο σχήμα της μπροστά μας ήσυχα, ήρεμα, αναπόδραστα. Ενα θέατρο που περιδινείται -ο Καραντζάς είναι ο μόνος στο ελληνικό θέατρο που το κατορθώνει- στην αρχή αργά και έπειτα ολοένα και γρηγορότερα, ώσπου να μας εγκλωβίσει στη δίνη του.
Στο τέλος το θέατρο χάνει την οπτική επαφή του με τον μύθο που αφηγείται.
Καθώς κοιτάμε τον φωτεινό δίσκο στη μέση της ορχήστρας, μοιραία όλα γύρω του σκοτεινιάζουν: ο θρήνος του ανθρώπου και ο θρίαμβος του θεού, η αμφιλεγόμενη και σκοτεινή ανάληψη της Μήδειας συμβαίνουν στο υπερπέραν και στο εκτός.
Ολα τα άλλα πέρα από την ιστορία είναι σιωπή.
Είναι λίγο ό,τι και να πει κανείς για το σκηνικό της Ελένης Μανωλοπούλου: συμβολικό, άγριο και δυστοπικό, γυναικεία έρημος της ανθρώπινης τύρβης.
Και ξάφνου, μέσα από τα καταγής γυναικεία ρούχα, ξεπροβάλλει ένα χάσμα φωτός, μια ακτίνα σωτηρίας.
Οι τρεις αφηγητές -ακόμα κι αν ο καθένας ανέλαβε διακριτούς ρόλους του δράματος- συναποτελούν ένα οργανικό σώμα, ένα είδος Χορού που από κοινού πάσχει και μαρτυρά: Χρήστος Λούλης, Γιώργος Γάλλος και Μιχάλης Σαράντης γίνονται ο ένας και οι τρεις, σαν ομοούσια τριάδα.
Η ενότητά τους αποκαθιστά τη σχάση που επέβαλλε κάποτε ο δυτικός τρόπος αφήγησης σε έναν Μύθο ενιαίο και άρρηκτο.
Αυτή η «Μήδεια» βρήκε την ιερή θέση της στη γη της Αργολίδας.
