Είχε γκρίζα μαλλιά και ένα φιλικό χαμόγελο. Φορούσε πάντα καλοσιδερωμένο πουκάμισο. Μερικές φορές αναρωτιέμαι αν αυτός είναι ένας από τους λόγους που είχε γίνει ο εξομολόγος όλων μας. Οταν κάποιος τον ρωτούσε πόσο χρονών είναι, έδειχνε τα παπούτσια του. «Παμπάλαια και πολλές φορές επιδιορθωμένα» έλεγε και θεωρούσε πως δεν χρειαζόταν να διευκρινίσει τίποτα.
Δεν πίεζε κανέναν, ούτε έκανε ερωτήσεις. Ηταν απλά εκεί. Δεν ξέρω πώς τα κατάφερνε, αλλά όση ώρα ήταν στο μπαρ, ένας-δυο θαμώνες τού εμπιστεύονταν πράγματα που δεν θα έγραφαν ούτε στο ημερολόγιό τους.
Η όλη μορφή του απέπνεε έναν αέρα σοφού που μόλις είχε κατέβει από το ερημητήριό του για να ανακατευτεί για λίγο με μας τους κοινούς θνητούς κι έπειτα να αποχωρήσει και πάλι.
Κάποια στιγμή εξαφανίστηκε. Ανησύχησα, έπειτα σκέφτηκα πως αυτή η γοητευτική του ιδιαιτερότητα να ακούει τους άλλους τον είχε κουράσει.
Μέσα στις πολλές ανακατατάξεις που έγιναν στις ζωές των περισσότερων ανθρώπων λόγω της οικονομικής κρίσης, η καθημερινότητά μας συνεχίστηκε.
Τα πολιτικά κόμματα έβλεπαν στην κορύφωση της κρίσης μόνο εκείνα τα φαινόμενα που επιβεβαίωναν τις απόψεις τους, αφήνοντας πολλούς από τους υποστηρικτές τους μόνους.
Πού και πού σκεφτόμουν τον παράξενο άνθρωπο που τόσο ενέπνεε την εμπιστοσύνη μας.
Ωσπου ένα βράδυ το μαγνητικό πεδίο του μαγαζιού άλλαξε. Οι θαμώνες ήταν μαζεμένοι γύρω από το μπαρ σαν μια παρέα.
Και… να τος ο σοφός φίλος, έπινε μια μπίρα και απολάμβανε, αμήχανα, το ενδιαφέρον όλων. Ωστόσο υπήρχε ένας νέος, ξένος, τόνος στη φωνή του που με έβαλε σε σκέψεις.
Τον πλησίασα όταν ήταν πια βαθιά νύχτα. «Μα πού ήσασταν; Ειλικρινά μας λείψατε» του είπα λίγο περισσότερο έντονα από ό,τι θα ήθελα.
Ξαφνικά, δεν ήμουν και τόσο σίγουρη πως επρόκειτο για τον ίδιο άνθρωπο. Με κοίταξε λίγο θλιμμένα. Σαν να είδε με γυμνά μάτια κάτι που είχε συμβεί και τον είχε αλλάξει.
Περίμενα ακλόνητη μπροστά του. «Σταμάτησα τη δουλειά. Βγήκα στη σύνταξη, αλλά χωρίς σύνταξη. Οχτώ μήνες μετά, σήμερα, ήρθαν τα χρήματα. Το γιορτάζω πίνοντας αυτό το ποτό μαζί σας. Ας μην το ξανασυζητήσουμε, πείτε μου τα δικά σας» μου λέει χαμογελώντας.
Δεν είπα τίποτα. Πήγα στη θέση μου και σκεφτόμουν όλες αυτές τις μέρες και τις νύχτες που πέρασε μόνος.
Περιμένοντας τη στιγμή που η αξιοπρέπειά του θα του επέτρεπε και πάλι να κάνει αυτό που τόσο αγαπούσε: να ακούει τους ανθρώπους.
