Από τη μια, η τεχνική ηγεσία της εθνικής ομάδας κατέληξε στα έμπειρα χέρια του Κώστα Μίσσα ως «καυτή πατάτα».
Από την άλλη, κανείς δεν αμφιβάλλει ότι πρόκειται για μια πρόκληση, την οποία ο 64χρονος κόουτς αποδέχθηκε και ως χρέος. Αλλωστε, κατά γενική ομολογία, η φετινή εκδοχή της «γαλανόλευκης» έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον.
Το υλικό της, με κατάλληλη διαχείριση, έχει τις προδιαγραφές να πετύχει, στο Ευρωμπάσκετ που έρχεται, πολύ υψηλότερες επιδόσεις από εκείνες που κατέγραψε τα τελευταία χρόνια.
Χαρακτηριστική ήταν μια αποστροφή των πρόσφατων δηλώσεων του προπονητή της Εθνικής Σερβίας, Σάσα Τζόρτζεβιτς, ο οποίος… σκέφτηκε φωναχτά: «Η Ελλάδα έχει ένα μεγάλο πλεονέκτημα σε σχέση με τις άλλες ομάδες. Διαθέτει στο ρόστερ της έναν παίκτη που ξεκίνησε στην αρχική πεντάδα του φετινού “All Star Game”, τον Γιάννη Αντετοκούνμπο».
Είναι προφανές λοιπόν ότι ο άσος των Μπακς, ο οποίος πρόσφατα αναδείχθηκε «πιο βελτιωμένος παίκτης» του ΝΒΑ και συμπεριλήφθηκε στη δεύτερη καλύτερη πεντάδα της σεζόν, πέρα από ατραξιόν της διοργάνωσης, θα είναι και το σημείο αναφοράς στο επίπεδο ανταγωνισμού.
Από τη δική του απόδοση, ή αν προτιμάτε από τον τρόπο που θα επιχειρήσει να τον αξιοποιήσει ο Κώστας Μίσσας, θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό, τόσο η αγωνιστική ταυτότητα όσο και η αποτελεσματικότητα της ελληνικής ομάδας.
Μιας ομάδας η οποία ξεκινάει τις υποχρεώσεις της από τον όμιλο του Ελσίνκι (31 Αυγούστου-6 Σεπτεμβρίου) με αντιπάλους τις Πολωνία, Φινλανδία, Σλοβενία, Ισλανδία, Γαλλία και με στόχο να φτάσει –πόσο πιο μακριά μπορεί– στην τελική φάση της Κωνσταντινούπολης (9-17 Σεπτεμβρίου).
Κατ’ αρχάς, είναι αναμφισβήτητο ότι ο «Greek Freak» έχει παρουσιάσει μεγάλη εξέλιξη. Δεν είναι τόσο άγουρος όσο τα προηγούμενα χρόνια.
Είναι πλέον ένας παίκτης με «star quality» και με αυτοπεποίθηση στα ύψη. Ενα “πυρηνικό όπλο”, το οποίο θα απασχολήσει κάθε αντίπαλη άμυνα, που θα προσπαθήσει να εξουδετερώσει για να αυξήσει τις πιθανότητές της για νίκη κόντρα στην Ελλάδα.
Το αγκάθι, για κάθε παίκτη που έρχεται από το ΝΒΑ και προσγειώνεται στις διεθνείς διοργανώσεις, είναι η προσαρμογή του στις διαφορές των κανονισμών.
Ειδικά εκείνες που αφορούν την αυστηρότητα στον καταλογισμό των βημάτων και τη δυνατότητα των… απέναντι να αμυνθούν με ζώνη, που περιορίζει σε μεγάλο βαθμό την ελευθερία κινήσεων του.
Ο Γιάννης, πέρυσι, στο Προολυμπιακό του Τορίνο, όταν τον αντιμετώπιζαν με βοήθειες ή παγίδες, τα είχε τα θεματάκια του.
Μη ξεχνάμε ότι ουσιαστικά σε υψηλό επίπεδο δεν έχει παίξει σε ευρωπαϊκό σύλλογο, παρά μόνο με τον Φιλαθλητικό, της ελληνικής Α2.
Ολα αυτά, τα έχει λάβει σοβαρά υπ’ όψη του ο Κώστας Μίσσας στην κατάρτιση των πλάνων του.
Μην ξεχνάμε πως ήταν ο πρώτος προπονητής που κοουτσάρισε τον Γιάννη, στην παρθενική του εμφάνιση με το εθνόσημο, στη Νέων, πριν από τέσσερα χρόνια.
Ηταν θεμελιώδες ζήτημα για τον σχεδιασμό του, να αποφασίσει τον τρόπο και τη θέση από την οποία θα θελήσει να αξιοποιήσει τα προσόντα του.
Ζύγισε το γεγονός ότι μπορεί να παίξει από πλέι μέικερ, όπως χρησιμοποιείται συχνά από τον Τζέισον Κιντ στο Μιλγουόκι, μέχρι σέντερ και συνυπολόγισε τα χαρακτηριστικά των άλλων παικτών που μπορούν να βρεθούν μαζί του στην πεντάδα. Και κατέληξε…
Η βασική του σκέψη είναι να παίξει ο Γιάννης όσο πιο κοντά στο καλάθι γίνεται.
Είτε στο «τέσσερα» είτε στο «τρία». Το πρώτο όφελος θα έρχεται από το μάκρος του, τον όγκο του και τα αθλητικά του προσόντα.
Στην άμυνα θα μπορεί να τα αξιοποιεί για κλείνει διαδρόμους, να αλλοιώνει πάσες και σουτ, να δίνει βοήθειες, να είναι πάντα διαθέσιμος στη μάχη των ριμπάουντ.
Με αυτόν τον τρόπο θα μπορεί, ειδικά όταν ο ίδιος «καθαρίζει» το ριμπάουντ, να κατεβάσει την μπάλα με ντρίμπλα και να τρέξει στο ανοιχτό γήπεδο, με τον τρομερό διασκελισμό του, πριν οργανωθεί η αντίπαλη άμυνα.
Ετσι, θεωρητικά μπορούν να δημιουργηθούν προϋποθέσεις για περισσότερα εύκολα καλάθια, με δεδομένο ότι θα είναι δύσκολο να τον προλάβει στα πόδια ο εκάστοτε προσωπικός του αντίπαλος.
Παράλληλα, σε αυτό το είδος transition θα μπορεί να κερδίζει πολλά φάουλ ή να αξιοποιεί τους εξίσου γρήγορους συμπαίκτες τους (Πρίντεζη, Σλούκα, Παπανικολάου, Καλάθη).
Στην επίθεση –παίζοντας στο «τέσσερα» ή στο «τρία»– βολεύεται γιατί δεν θα έχει μπροστά του πολλούς παίκτες, άρα δεν θα προσφέρει στον αντίπαλο περισσότερες δυνατότητες για βοήθεια.
Θα έχει το ελεύθερο να ορμάει στα επιθετικά ριμπάουντ για να κερδίζει κατοχές και δεύτερες προσπάθειες, χωρίς το άγχος της επιστροφής.
Μην ξεχνάμε ότι το μακρινό σουτ δεν είναι το φόρτε του κι επίσης δεν είναι συνηθισμένος να συμμετέχει σε pick and roll.
Είναι δεδομένο ότι ο Μίσσας θα προσπαθήσει να κάνει πιο γρήγορο το παιχνίδι της Εθνικής, ειδικά φέτος που δεν υπάρχουν μεγάλοι σε ηλικία παίκτες, αν εξαιρέσουμε τον αρχηγό, Γιάννη Μπουρούση, ο οποίος έχει προτερήματα σε άλλου είδους καταστάσεις.
Για παράδειγμα, μπορεί να παίζει στο low post, με πλάτη και να πασάρει στον Γιάννη που θα κόβει πίσω του ή δίπλα του.
Από εκεί και πέρα, αν υπάρχει κάτι που μπορεί να προβληματίσει τον Ομοσπονδιακό τεχνικό, είναι ότι δεν έχει στη διάθεσή του πολλούς και σταθερούς σουτέρ, ώστε να αξιοποιήσει τη διεισδυτική ικανότητα του Αντετοκούνμπο και του Καλάθη, οι οποίοι μπορούν να αναγκάσουν τους αντιπάλους να κλείσουν μέσα στη ρακέτα τους.
Σε τέτοιες περιπτώσεις χρειάζεται ένα ψυχρό τρίποντο για να τιμωρηθεί η άμυνα και να φοβάται.
Αν όχι, τότε της δίνεις την ευκαιρία να σου προσφέρει, ενίοτε και με προκλητικό τρόπο, το μακρινό σουτ.
Αν δεν το βάλεις και φορτωθείς με άγχος, το σύστημα και η ψυχολογία μπορεί να μπλοκάρουν. Ειδικά σε ματς με πίεση για το αποτέλεσμα.
Πάνω σε αυτούς τους βασικούς άξονες, λοιπόν, θα προχωρήσει η οριστική επιλογή της τακτικής. Η οποία βέβαια πρώτα θα δοκιμαστεί στα φιλικά του Αυγούστου.
Οσες από αυτές τις ιδέες αποδώσουν, θα προκριθούν. Οσες όχι, θα μείνουν στο συρτάρι και θα ανασυρθούν, μόνο αν ταιριάζουν σε απρόοπτες ή ειδικές καταστάσεις.
