Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οι «Βάκχες» του Ευριπίδη, η μοναδική τραγωδία με διονυσιακό περιεχόμενο, το τελευταίο έργο που έγραψε ο Ευριπίδης αυτεξόριστος στη Μακεδονία, παρουσιάζεται σήμερα Παρασκευή και αύριο Σάββατο στην Επίδαυρο σε σκηνοθεσία Εκτορα Λυγίζου.

Μια παράσταση καμωμένη σαν μουσική παρτιτούρα, που φιλοδοξεί να εξερευνήσει τη σύγκρουση ανάμεσα στην ατομικότητα του ήρωα και την πολυφωνικότητα του χορού: Οκτώ ηθοποιοί απόλυτα συντονισμένοι στον λόγο, την κίνηση, τον ρυθμό, τη φωνή, την ενέργεια. Μια τελετή μύησης στη λατρεία του «άλλου», της οποίας πρώτο στάδιο είναι να σταθούν δύο άτομα αντιμέτωπα υπό το βλέμμα ενός θεατή-μάρτυρα.

Ο θεός Διόνυσος, γιος του Δία και της κόρης του Κάδμου Σεμέλης, φτάνει στη Θήβα… αυτοπροσώπως για να επιβάλει την οργιαστική λατρεία του.

Ο Βάκχος έρχεται με ανθρώπινη μορφή, μεταμορφώνεται συνεχώς και παγιδεύει τον βασιλιά Πενθέα που παλεύει να στρέψει την πόλη εναντίον του.

Ομως η δύναμη της καινούργιας θρησκείας είναι σαρωτική, εισχωρεί παντού, καταλύοντας νόμους και συμβάσεις. Μια θρησκεία που εξισώνει τους πάντες, άντρες και γυναίκες, βασιλιάδες και δούλους, συμφιλιώνοντάς τους με τη φύση, με τα πιο ζωώδη ένστικτα.

Ο Εκτορας Λυγίζος επανέρχεται στο έργο τέσσερα χρόνια μετά την εκπληκτική εκείνη παράσταση με τρεις άντρες ηθοποιούς στον Κάτω Χώρο του Θεάτρου του Νέου Κόσμου.

Κι αν σε εκείνη την πρώτη τολμηρή απόπειρα η σχέση με τον θεατή ήταν μετωπική, σ’ αυτή την κλίμακα ο σκηνοθέτης διαπραγματεύεται το δραματουργικό υλικό με νέους τρόπους, διαφορετική φόρμα.

Τώρα η απεύθυνση στο κοινό λαμβάνει υπόψη τον μεγάλο χώρο αλλά και την επιρροή του Διόνυσου όχι μόνο πάνω στον Πενθέα αλλά και στον ίδιο τον θεατή…

«Θα έλεγα ότι αυτή τη φορά η παράσταση επικεντρώνεται περισσότερο στον πυρήνα της δραματουργίας», λέει ο Εκτορας Λυγίζος. «Κοινή αφετηρία ανάμεσα στην αρχική παράσταση και την τωρινή είναι ότι μια ομάδα οκτώ ανθρώπων ξεκινάει να αφηγείται την ιστορία. Ο βασικός άξονας αφορά το πώς η αφήγηση από το στόμα του καθενός κλιμακώνεται και συντονίζεται σε σύνολο. Πώς πηγαίνουμε από τη μονάδα στο ντουέτο, που είναι το βασικό κύτταρο ενός χορού. Μελετήσαμε δηλαδή πιο καθαρά το ζήτημα του πώς συντίθεται ο χορός σταδιακά, ό,τι έγινε εν σπέρματι στην πρώτη παράσταση των “Βακχών”. Πώς γίνεται η συνδιαλλαγή του προσώπου με μια ομάδα, με περισσότερες φωνές, πώς αυτή η ομάδα αφομοιώνει σταδιακά όλες τις φωνές μέχρι να φτάσουν να αφηγηθούν ομαδικά, με μια φωνή τον Β΄ Αγγελιοφόρο».

«Η Επίδαυρος, μάζωξη που από μόνη της είναι μια αξία»

• Ο Πενθέας, όσο κι αν αντιδρά, στο τέλος προσηλυτίζεται…

Ο Πενθέας συμπυκνώνει αυτό το αμυντικό σύστημα που σηκώνει τείχη. Ο,τι του συμβαίνει είναι το σπάσιμο της άμυνας, της πανοπλίας του στερεότυπου που σχηματίζει την περσόνα του καθενός.

Σε κάποιο σημείο ακούγεται η φράση: «Τον είδα και με είδε και τα όργιά του μου εμπιστεύτηκε». Η διαδικασία της διάλυσης της προσωπικότητας ξεκινάει από τη στιγμή που θα κοιτάξεις τον άλλον στα μάτια.

Μετά δεν είσαι πια ο ίδιος, κάποιος έχει μπει μέσα σου. Ο Πενθέας στο έργο είναι το πρόσωπο που πρέπει να ηγηθεί της άμυνας, είναι μοιραία εκείνος ο αντίπαλος που πρέπει να θυσιαστεί κατά το τελετουργικό κομμάτι του μύθου.

Εκείνος που θα ταυτιστεί με τον θεό και μετά θα μεταλάβει ο καθένας ένα κομμάτι του.

• Τι έρχεται να καταργήσει με τέτοια αποφασιστικότητα ο Διόνυσος;

Τα όρια. Αν όριο είναι το περίγραμμα που αναγνωρίζει κανείς σ’ ένα σχήμα, ο Διόνυσος είναι η γόμα που το σβήνει, το καταργεί, και τότε χάνεις τη δυνατότητα να αναγνωρίζεις σχήματα.

Ολοι έχουμε μια τέτοια εμπειρία από την εποχή όπου δεν διακρίναμε σχήματα, τη βρεφική ηλικία, τότε που η εικόνα του κόσμου ήταν αδιαφοροποίητη. Μ’ έναν τρόπο ο Διόνυσος μας κάνει να επιστρέψουμε σε κάτι που δεν έχει ανάγκη από σχήμα.

Είναι ο θεός του μη σχήματος. Κι αυτό το στοιχείο είναι ιδιαιτέρως ενδιαφέρον, καθώς αναφέρεται στο θέατρο, την τέχνη που βασίζεται στα σχήματα. Αλλά όχι μόνο στο θέατρο. Η επιρροή που ασκείται στον Πενθέα επηρεάζει και παρασύρει και τον θεατή.

• Η αναγωγή του Πενθέα ως πρόσωπο, με το κοινό;

Για μένα το έργο είναι σχόλιο του Ευριπίδη πάνω στη λειτουργία της τραγωδίας. Ο Πενθέας θέλει να πάει στον Κιθαιρώνα να δει τις γυναίκες να βακχεύουν αθέατος, να το βιώσει κρυφά, προστατευμένος.

Κάπως έτσι και ο θεατής πηγαίνει στο θέατρο, κάθεται στη θέση του, απολαμβάνοντας την ασφάλεια του «αθέατου» στην παράσταση, του αμέτοχου με όσα συμβαίνουν στη σκηνή, τις «Βάκχες» στην προκειμένη περίπτωση.

Ομως η πλοκή, ο ρυθμός, η όρχηση, τον παρασύρουν λίγο λίγο, όπως παρασύρεται και ο Πενθέας.

• Ο χώρος, ανοιχτός τώρα, πώς επηρεάζει τη φόρμα;

Ο χώρος λειτουργεί ως βασικό μέτρο για να παραδεχτείς το πραγματικό μικρό μέγεθος σε σχέση μ’ αυτόν αλλά και με τους θεατές.

Πρόκειται για μια αφήγηση ενώπιον κοινού, άρα τα ερμηνευτικά μέσα, κυρίως η φωνή, ενεργοποιούνται πιο έντονα από τις προηγούμενες απόπειρες δουλειάς πάνω στο έργο.

Ψάξαμε τον συνδυασμό της έντασης και της χαλάρωσης που χρειάζεται ώστε να λειτουργούν στον ανοιχτό χώρο και ο θεατής να παρακολουθεί την ιστορία.

Η παράσταση στήθηκε με τρόπο μουσικό, προσπαθήσαμε να βρούμε τους κώδικες που θα μας βοηθήσουν ν’ ανοίξουμε και να συντονιστούμε.

Ο καθένας είχε την προσωπική του διαθεσιμότητα, όμως σιγά σιγά έκανε τις παραχωρήσεις του ή δανείστηκε από άλλους τρόπους ώσπου να δημιουργηθεί ένας κοινός.

• Με τους περισσότερους ηθοποιούς συνεργάζεστε πρώτη φορά.

Η αλήθεια είναι ότι βοηθάει να έχει προηγηθεί μια συνενοχή με τους ηθοποιούς, να έχεις ζυμωθεί μαζί τους σε άλλες δουλειές.

Πριν από τις ομαδικές πρόβες προηγήθηκαν ατομικές, μελετήσαμε, ψάξαμε το υλικό ελεύθερα, δοκιμάσαμε πράγματα, μιλούσαμε χωρίς να είμαστε τρομερά συγκεκριμένοι, είχαμε τον χρόνο να ξεντραπούμε, να ξεφοβηθούμε, να κατακτήσουμε τον τρόπο συντονισμού.

Αυτή η ίδια η διαδικασία της προσπάθειας συντονισμού συμπυκνώνει τον κορμό της παράστασης, κι αυτό είναι κάτι που συνδέεται πολύ με το ίδιο το έργο.

Με το ότι ο καθένας νιώθει την ανάγκη να πετάξει τις σιγουριές, τις άμυνες, τις ασφάλειές του. Γιατί το να συντονιστείς δεν είναι εμπειρία που διαθέτει κανείς από μόνος του.

• Στην ορχήστρα ορίζεται σκηνικά ένας χώρος σε έντονο χρώμα. Τι εξυπηρετεί;

Ενα μοβ που καλύπτει μια μεγάλη έκταση, δημιουργώντας ένα κενό. Είναι σαν να σβήνει ένα μεγάλο κομμάτι της ορχήστρας όπου λειτουργεί ως χώρος της αφήγησης με σκοπό να επιτρέψει στο μυαλό του θεατή να φανταστεί ό,τι θέλει.

Αυτός ο μοβ χώρος στοχεύει και σε κάτι άλλο: να συντονίσει τις φαντασιώσεις όλων, θεατών και ηθοποιών, σε μια θερμοκρασία, σ’ έναν τόνο. Και τα ρούχα ακολουθούν μια λειτουργία σκηνικού.

Ο καθένας φορά μια εκδοχή του κοστουμιού του Πενθέα. Οπως εκείνος ταυτίζεται με τον θεό, έτσι και οι άλλοι.

• Την Αγαύη ερμηνεύουν δύο ηθοποιοί, η Ανέζα Παπαδοπούλου και η Μαρία Πρωτόπαππα.

Υπάρχει μια κοινή διαδρομή των προσώπων. Ενώ η πλοκή εξελίσσεται κανονικά, στην πορεία κάθε πρόσωπο δραπετεύει από τον χαρακτήρα, μπαίνει σε άλλο ρόλο ή στον χορό.

Ο Διόνυσος, ενώ ξεκινάει ως πρόσωπο (Αργύρης Πανταζάρας) στην πορεία πολλαπλασιάζεται, όλοι οι ήρωες αφομοιώνονται από τον χορό των Διονύσων.

Η σκηνή της Αγαύης είναι μια συνέχεια του Αγγελιοφόρου που προέκυψε από την αναζήτηση της ορμής που σπρώχνει τον άνθρωπο να αφανίσει τον ίδιο του τον εαυτό, να σπάσει τις συνήθειές του.

Την ορμή που σε κάνει, έστω για λίγες ώρες, να καταργήσεις τα όριά σου. Πέρα από την αφήγηση, ο τρόπος είναι μουσικός, σ’ ένα μεγάλο τμήμα της παράστασης λειτουργούμε σαν χορωδία.

Η απεύθυνση είναι ανοιχτή στο κοινό, υπάρχει συγκεκριμένη, ακριβής παρτιτούρα αλλά και μεγάλα κομμάτια ελευθερίας. Σκέφτομαι πώς όλα αυτά θα πάνε να καθίσουν στον φυσικό ήχο, αυτόν που ακούς σ’ έναν εξωτερικό χώρο, δηλαδή η συνδιαλλαγή με την ησυχία.

Με ενδιαφέρει πώς θα εξελιχτεί, γιατί ο κατακτημένος ομαδικός τρόπος επεξεργασίας δεν είναι κάτι που έχει τελειώσει, με την έννοια ότι παραμένει ένα ζήτημα το πώς η ομάδα θα επεξεργαστεί και θα μεταφράσει ξανά το υλικό την επόμενη μέρα της κάθε παράστασης.

• Δεύτερη φορά στην Επίδαυρο.

Ο κόσμος αγαπάει το αρχαίο δράμα εξαιτίας των μύθων και δεν εννοώ τις υποθέσεις αλλά τους πρωταρχικούς μύθους που έχουν πίσω τους, κάτι πολύ αναγνωρίσιμο στο όνειρο.

Ο μύθος είναι θεμελιώδης με την έννοια ότι μετασχηματίζεται, τον ξανακούμε σαν κάτι παλιό αλλά γνώριμο, κοινό, συνεχόμενο.

Συνέχεια συμβαίνουν ιστορίες, το εξιλαστήριο θύμα υπάρχει πάντα. Περισσότερο σκέφτομαι τα θετικά που προσφέρει η Επίδαυρος.

Το φυσικό περιβάλλον, την ακουστική, την ησυχία. Είναι θέατρο φιλόξενο, βοηθητικό σε παραστάσεις σαν τη δική μας που βασίζεται στη φωνή, τη διαχείριση του λόγου.

Οι συνθήκες θέασης στην Επίδαυρο είναι μια θαυμάσια εμπειρία που συνδέεται και με την προσπάθεια του ανθρώπου να εναρμονιστεί, αφού πρώτα αποδεχτεί ότι ο ανοιχτός χώρος δεν δαμάζεται. Μια μάζωξη που από μόνη της είναι μια αξία.

«Η Επίδαυρος, μάζωξη που από μόνη της είναι μια αξία»

 Info:

Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου. «Βάκχες» του Ευριπίδη. Μετάφραση: Γιώργος Χειμωνάς. Διασκευή – σκηνοθεσία: Εκτορας Λυγίζος.

Σκηνικό – κοστούμια: Κλειώ Μπομπότη. Φωτισμοί: Δημήτρης Κασιμάτης. Μακιγιάζ: Ιωάννα Λυγίζου.

Σωματική προετοιμασία – Τεχνική Alexander: Βίκυ Παναγιωτάκη. Φωνητική προετοιμασία: Ρηνιώ Κυριαζή.

Παίζουν: Ανθή Ευστρατιάδου, Εκτορας Λυγίζος, Βασίλης Μαγουλιώτης, Αρης Μπαλής, Αργύρης Πανταζάρας, Ανέζα Παπαδοπούλου, Μαρία Πρωτόπαππα, Χρήστος Στέργιογλου. 14-15 Ιουλίου, στις 21.00.