Δύο ειδήσεις έβγαλε η χθεσινή συνάντηση του υπουργού Υγείας Ανδρέα Ξανθού με τους εκπροσώπους του Συνδέσμου Φαρμακευτικών Επιχειρήσεων Ελλάδας (ΣΦΕΕ) και της Πανελλήνιας Ενωσης Φαρμακοβιομηχανίας (ΠΕΦ).
Η πρώτη είναι η απόφαση του υπουργείου για τον τρόπο υπολογισμού του clawback για το 2017 και η δεύτερη αφορά ένα πάγιο αίτημα ευπαθών ομάδων ασθενών τα φάρμακά τους να εξαιρούνται από το clawback. Να υπενθυμίσουμε ότι το clawback είναι ένας τρόπος επιστροφής χρημάτων στο Δημόσιο από τις φαρμακευτικές εταιρείες όταν παρατηρείται υπέρβαση της κλειστής νοσοκομειακής δαπάνης για τα φάρμακα.
Η υπουργική απόφαση που υπογράφτηκε χθες καθορίζει τον τρόπο υπολογισμού του clawback για το 2017 στο 90-10, πράγμα που σημαίνει ότι το 90% θα υπολογίζεται με βάση το μερίδιο αγοράς της κάθε φαρμακευτικής εταιρείας και το υπόλοιπο 10 θα επιβαρύνει τις εταιρείες με τον μεγαλύτερο τζίρο και οι οποίες προκαλούν τη μεγαλύτερη υπέρβαση δαπάνης.
Παράλληλα ο υπουργός, μετά τη συζήτηση με τους εκπροσώπους της φαρμακοβιομηχανίας, αποφάσισε να διερευνήσει το ενδεχόμενο εξαίρεσης από τη διαδικασία του clawback συγκεκριμένων κατηγοριών φαρμάκων που αφορούν ευπαθείς ομάδες ασθενών και χαρακτηρίζονται από ανελαστική ζήτηση (π.χ. «ορφανά» φάρμακα, δηλαδή ακριβά φάρμακα για σπάνιες παθήσεις), για την προώθηση της οποίας θα υπάρξει σχετική νομοθετική ρύθμιση το επόμενο διάστημα.
Στη συνάντηση παρουσιάστηκαν άλλη μια φορά οι διαρθρωτικές αλλαγές του υπουργείου, όπως τα κριτήρια ΗΤΑ (Μηχανισμός Αξιολόγησης Ιατρικών Τεχνολογιών) που αναμένεται να εφαρμοστούν έως το τέλος του έτους, η διαπραγμάτευση των τιμών φαρμάκων, ο έλεγχος της συνταγογράφησης και η ενσωμάτωση θεραπευτικών πρωτοκόλλων και κατευθυντήριων οδηγιών.
Η στάση ΣΦΕΕ-ΠΕΦ
Από την προηγούμενη εβδομάδα κιόλας, ο ΣΦΕΕ είχε αντιδράσει για άλλη μια φορά έντονα στη φαρμακευτική πολιτική του υπουργείου Υγείας με σχετική επιστολή του όπου εξέφραζε «τη δυσαρέσκεια και την έντονη αντίθεσή μας για τη νέα πολιτική φαρμάκου που υλοποιείται ήδη αναδρομικά. Η σειρά των καταιγιστικών μέτρων που ψηφίστηκαν, αλλά και τα επερχόμενα μέτρα, πλήττουν άμεσα και δραματικά την ανάπτυξη, την καινοτομία, τη βιωσιμότητα των εταιριών-μελών μας και, το κυριότερο, την πρόσβαση των ασθενών σε σωτήριες θεραπείες, ενώ δεν εξασφαλίζουν στέρεα δημοσιονομικά οφέλη».
Ειδικότερα για τον τρόπο υπολογισμού του clawback η θέση τους ήταν η εξής:
«Είμαστε έντονα αντίθετοι και απορρίπτουμε επί της αρχής την πρόταση αυτή, καθώς πρόκειται για ένα άδικο μέτρο που “ποινικοποιεί” την ανάπτυξη, βάλλει ενάντια στην επιχειρηματικότητα και δεν έχει κανένα δημοσιονομικό όφελος. Ταυτόχρονα δεν υπάρχει δέσμευση για μείωση του clawback κατά 30%, όπως αναφέρεται στο μνημόνιο, ενώ συνεχίζουμε να το καταβάλλουμε σε λιανικές τιμές και όχι στην τιμή που τιμολογούμε».
Από τα βέλη του ΣΦΕΕ δεν ξέφυγαν ούτε τα μέτρα που αφορούν το ενοποιημένο rebate (έκπτωση κυρίως σε καινοτόμα σκευάσματα), την αξιολόγηση των νέων φαρμάκων, την άνιση μεταχείριση σε ό,τι αφορά τα γενόσημα και κατέληγε σημειώνοντας πως «προωθούνται νέα μέτρα/μοντέλα που απειλούν τη βιωσιμότητα των εταιρειών του κλάδου μας, αλλά και τη βιωσιμότητα του Συστήματος Υγείας, ενώ εγκυμονούν τον κίνδυνο απώλειας θέσεων εργασίας».
Την ίδια στάση πάνω κάτω έχει κρατήσει και η ΠΕΦ η οποία επανειλημμένα έχει αναφερθεί σε «εξωπραγματικά και οριζόντια clawback και rebates, με συνέπεια οι ελληνικές φαρμακοβιομηχανίες να επιστρέφουν στο Δημόσιο από το 20% έως και το 45% του τζίρου τους, αναίτια και παράλογα. Αναίτια, γιατί τα σκευάσματά τους δεν ευθύνονται για τις υπερβάσεις της φαρμακευτικής δαπάνης. Παράλογα, γιατί τα οικονομικά ελληνικά φάρμακα είναι αυτά που παράγουν κάθε χρόνο σημαντικές εξοικονομήσεις στο Σύστημα Υγείας».
