Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Σε προηγούμενη παρέμβασή μας αναλύσαμε τη φυσιογνωμία του ΣΥΡΙΖΑ σε τρία πολιτικο-κοινωνικά πεδία. Εξετάσαμε τη στάση του απέναντι στην ιστορικο-ιδεολογική παράδοση της Αριστεράς, διατυπώσαμε κάποιες ιδέες σχετικά με τη συγκρότησή του σε κόμμα και ερμηνεύσαμε τη συνεργασία του εντός του πλαισίου της κοινοβουλευτικής αντιπροσώπευσης με τη συλλογικότητα των ΑΝ.ΕΛΛ., η οποία δεν συγκροτεί κόμμα, αλλά «υπο-πολιτική κίνηση».

Σήμερα θα αναλύσουμε δύο άλλα πρόσωπα του ΣΥΡΙΖΑ: την κυβερνητική δραστηριότητά του και την αντίληψή του για το κράτος και τις πρακτικές εφαρμογές της.

Από πολλές πλευρές τονίζεται (πράγμα που είναι σωστό) ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση έχει υποχρεωθεί να προσαρμοσθεί στις πολιτικές συνθήκες όπως διαμορφώθηκαν από το καθεστώς των τεχνοκρατικών «μνημονίων». Επακόλουθο αυτής της πολιτικής λογικής είναι το κυβερνητικό έργο να περιλαμβάνει κατ’ εξοχήν την εφαρμογή των συμφωνηθέντων στα «μνημόνια».

Περαιτέρω τα περιθώρια, για να εφαρμοσθεί η αριστερή ιδεολογία της πολιτικής ελευθερίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης, εξαρτώνται από τα αποτελέσματα της μνημονιακής πολιτικής. Αυτό κατέστη σαφές, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση εντός της λογικής σύμφωνα με την οποία μπορεί να υλοποιήσει την ιδέα της διανεμητικής δικαιοσύνης αποφάσισε να διανείμει το δημοσιονομικό «πλεόνασμα» στις ασθενέστερες κοινωνικές τάξεις.

Δεν αναφέρομαι μόνο στη διανεμητική πολιτική του δημοσιονομικού «πλεονάσματος», η οποία αποδεικνύει το αριστερό πρόσωπο του ΣΥΡΙΖΑ. Ο ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση έχει εκπονήσει σε μακροκλίμακα τρία μείζονα προγράμματα αναδιανομής του κοινωνικού πλούτου: «το παράλληλο πρόγραμμα», «το πρόγραμμα της δίκαιης ανάπτυξης» και το «πρόγραμμα των αντιμέτρων». Ειδικοί οικονομολόγοι μπορούν να αναπτύξουν τις ιδέες και τα περιεχόμενα των επιμέρους αυτών τριών προγραμμάτων.

Το πολιτικό ενδιαφέρον μου «ως πολιτικού φιλοσόφου» στρέφεται σε μία πτυχή του ζητήματος, η οποία μπορεί να περιγραφεί ως εξής: όταν ένας μηχανισμός αναλαμβάνει να διεκπεραιώσει ένα έργο, το οποίο προκύπτει από εξωτερικές συμφωνίες, γιατί άραγε αυτός ο ίδιος ο μηχανισμός δεν μπορεί να προωθήσει τις εσωτερικές δυναμικές του;

Δεν χρειάζεται να ανατρέξουμε στον Γερμανό φιλόσοφο και κοινωνιολόγο Niklas Luhmann (1927-1998), ο οποίος είναι ο εισηγητής της συστημικής κοινωνικής θεωρίας, για να αντιληφθούμε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ως κυβέρνηση (δηλ. ως μηχανισμός στην αρχική αναφορά μας) έχει ενσωματώσει δύο τύπου εργασίες, οι οποίες είναι αντιφατικές μεταξύ τους:

την εφαρμογή των νεοφιλελεύθερων τεχνοκρατικών «μνημονίων» και την υπεράσπιση των αριστερών ιδεών της πολιτικής ελευθερίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Η διαπάλη που διεξάγεται στο εσωτερικό της πολιτικής εξουσίας με τον ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση είναι μία ιδιαίτερη συνθήκη, την οποία για πρώτη φορά μετά τη μεταπολίτευση βιώνει η ελληνική πολιτική κοινωνία.

Ας εξετάσουμε το πρόσωπο του ΣΥΡΙΖΑ στο πεδίο του κράτους, στις συνθήκες της κρίσης. Εξαρχής πρέπει να τονισθεί ότι η ιστορία και η εμπειρία μας διδάσκουν πως κάθε κρίση διαμορφώνει συνθήκες αυταρχισμού, απολυταρχίας ακόμη και ολοκληρωτισμού. Τα ιστορικά παραδείγματα είναι πάμπολλα.

Εδώ μας ενδιαφέρει να ερευνήσουμε τι συμβαίνει με το κράτος κατά την περίοδο που κυβέρνηση είναι ο ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό που διαπιστώνει κάθε πολίτης είναι το γεγονός ότι μολονότι διαβιούμε σε συνθήκες οικονομικής εξαθλίωσης και κατάρρευσης δεν ζούμε υπό αυταρχικό και απολυταρχικό καθεστώς πολιτικής εξουσίας.

Ενώ η θεσμική και κοινοβουλευτική αντιπολίτευση στον πολιτικό διάλογο που διεξάγεται επιχειρεί να καταδείξει ότι η πολιτική κοινωνία διέρχεται μία φάση «θεσμικής κρίσης», πρέπει να τονισθεί ότι το κράτος δικαίου λειτουργεί. Το ίδιο συμβαίνει και για το κοινωνικό κράτος.

Στο καθεστώς της λιτότητας το κοινωνικό κράτος αντέχει και επιβάλλεται να κατανοήσουν όλοι οι πολίτες ότι η δημιουργία του ήταν ιστορική μεταπολεμική «κατασκευή», η οποία θεμελιώθηκε στην αυτοσυνείδηση της σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής βούλησης και πράξης.

Ας σημειωθεί ακόμη ότι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει καθαρή και σαφή ιδέα, αντίληψη και εικόνα για το κράτος εν γένει. Για μία μόνον όψη του μπορεί και μιλάει με σαφήνεια: δεν θέλει αστυνομικό κράτος και κράτος καταστολής. Δεν εξεγείρονται, εξάλλου, οι κοινωνικές ομάδες και οι κοινωνικές τάξεις που πλήττονται από τις ρυθμίσεις των «μνημονίων».

Παρεμβαίνουν με τρόπο επιτελεστικό μόνον οι ακτιβιστές. Επόμενο λοιπόν είναι απέναντι στους ακτιβιστές και στα «Εξάρχεια» να συντονίζει η κυβέρνηση μία συνεργατική αστυνομία και όχι μία δύναμη καταστολής.

Τέλος, όσον αφορά το κράτος-επιχειρηματία, όλοι καταλαβαίνουμε ότι το κεφάλαιο αυτό είναι άγνωστο για τον ΣΥΡΙΖΑ. Χρειάζεται να εκπονηθεί σχέδιο κρατικών πόρων και επενδύσεων σε μακροκλίμακα.

Ως συμπέρασμα των αναλύσεών μας μπορούν να διατυπωθούν τα εξής: πράγματι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι πολυπρόσωπος. Δεν είναι ούτε ενιαίος, ούτε ομοιογενής σε πολιτικό, ιδεολογικό και κυβερνητικό επίπεδο. Η ιστορία, η ιδεολογία, η αντιπροσώπευση, η εξουσία, το κράτος, η κυβέρνηση είναι οι «τόποι» (κατά τον Αριστοτέλη) στους οποίους δίνει πολιτικές εξετάσεις ο ΣΥΡΙΖΑ.

Και τελικά ελέγχεται από τους πολίτες, από τον καθένα ξεχωριστά και από όλους μαζί, οι οποίοι δεν ανήκουμε σε μία κοινοβουλευτική αντιπολίτευση που εκφράζει το «παλιό καθεστώς». Αραγε ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να γεννήσει το νέο;

* καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης