Ο Τζέιμς Τζόυς πέθανε στη Ζυρίχη στις 13 Ιανουαρίου του 1941, όπου και ήταν γραφτό του να ταφεί. Σύμφωνα με βιογραφία του από τον Ρίτσαρντ Έλλμαν, ο λόγος ίσως να βρίσκεται στα οικογενειακά του προβλήματα, στο πείσμα του, στην αποτυχία του να αγκαλιάσει την Ιρλανδία, όλα αυτά στον απόηχο της εισβολής του Αδόλφου Χίτλερ στη Γαλλία.
Μέχρι τη στιγμή που οι Γερμανοί βάδιζαν προς το Παρίσι, ο Τζόυς ήδη κατοικούσε στο μη κατεχόμενο τμήμα του Βισύ της Γαλλίας. Δεν θα μπορούσε να επιστρέψει στο Παρίσι και οι ανησυχίες του για τις παράφρονες ψυχικές συνθήκες τόσο της κόρης του, Lucia, όσο και της νύφης του, Helen, περιφέρονταν στο μυαλό του. Είχε ακόμα, να ανησυχεί για το γιο του, George, και τον εγγονό του, Stephen, μαζί με τη πολύπαθη σύζυγό του, Nora.
Αλλά αυτά δεν ήταν τα μόνα πράγματα που ενοχλούσαν τον Τζέιμς Τζόυς, την άνοιξη του 1940! Τον στενοχωρούσε το γεγονός ότι ο πόλεμος βρισκόταν προ των πυλών, αμέσως μετά τη δημοσίευση του αριστουργηματικού «Το Ξύπνημα του Φίνεγκαν» («Finnegans Wake»).
Ο Τζόυς ξεκίνησε τη συγγραφή του «Finnegans Wake» περίπου το 1923. Το 1926 είχαν ολοκληρωθεί τα δύο πρώτα μέρη του βιβλίου. Τα επόμενα χρόνια, επιτάχυνε την συγγραφή του έργου, ωστόσο διάφορα γεγονότα, όπως ο θάνατος του πατέρα του (1930) ή κάποια προσωπικά προβλήματα υγείας, καθυστέρησαν την ολοκλήρωσή του.
Αποφάσισε για τον τελικό τίτλο του έργου το 1929, ενώ το βιβλίο εκδόθηκε τελικά στις 4 Μαΐου του 1939. Είναι ένα εμβληματικό έργο του μεγάλου συγγραφέα, μέσα στο οποίο προσπάθησε να αποδώσει τον πλούτο της παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς.
«Θα ξεσπάσει πόλεμος και κανένας δεν θα διαβάσει το βιβλίο μου πια», έλεγε περίλυπος αλλά με σαφή εγωιστική διάθεση ο Τζόυς. Για τον Έλλμαν, η τύχη του βιβλίου «Finnegans Wake» και των φιλοδοξιών του Χίτλερ συγκρούονταν.
Σε τι χρησιμεύει αυτός ο πόλεμος, ρωτούσε τον Σάμιουελ Μπέκετ ο Τζέιμς Τζόυς, επειδή εκείνος πίστευε πως κάποιο σοβαρό λόγο θα είχε. Αντίθετα, ο Τζόυς φοβόταν ότι θα αποσπούσε την προσοχή του κόσμου από την ανάγνωση του «Finnegans Wake», όπου γινόταν σαφής η ασημαντότητα των πολέμων στο συνολικό κύκλο της ανθρώπινης δραστηριότητας.
Όπως είχε κάνει και κατά το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, το 1914, ο Τζόυς στράφηκε για ακόμα μια φορά προς την Ελβετία για ασφαλές καταφύγιο. Το 1914, άλλωστε, ήταν σημαδιακή χρονιά γιατί ξεκίνησε τη συγγραφή του σημαντικότερου ίσως βιβλίου του, του «Οδυσσέα».
Κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου έζησε στη Ζυρίχη, ενώ μετά τη λήξη του μετακόμισε στο Παρίσι έπειτα από πρόσκληση του ποιητή Έζρα Πάουντ, όπου και παρέμεινε για τα επόμενα περίπου είκοσι χρόνια.
Υπήρχαν βεβαίως και άλλες ενδιαφέρουσες επιλογές στις απαρχές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά εκείνος δεν τους έδωσε καμιά σημασία. Του προτάθηκε να ταξιδέψει στην Αμερική με αεροπλάνο, αλλά τόσο η Αμερική όσο και τα αεροπλάνα ήταν ξένα γι’ αυτόν.
Αρχικά του αρνήθηκαν την είσοδο στην Ελβετία επειδή οι ελβετικές αρχές νόμιζαν ότι ήταν ένας Εβραίος, κάτι που διασκέδαζε τον Τζόυς. Η επόμενη κίνηση, καθώς το πέρασμα προς την Ελβετία γινόταν πιο περίπλοκο θέμα, και λέει πολλά για το πώς ο Τζόυς έβλεπε την Ιρλανδία.
Βρισκόταν σε δύσκολη θέση γιατί, σύμφωνα με τους Γερμανούς και τους Γάλλους του Βισύ, δεν ήταν Ιρλανδός, δηλαδή ουδέτερος, αλλά Βρετανός. Του προτάθηκε να κατευθυνθεί στην Ιρλανδία, αλλά τελικά η άποψη ολόκληρης της οικογένειας ήταν να πάνε στην Ελβετία.
Έχοντας απορρίψει την Ιρλανδία για μια ακόμα, αλλά τελευταία φορά, ο Τζόυς γύρισε πίσω στην Ελβετία, εξασφαλίζοντας με τη βοήθεια φίλων και γνωστών το πέρασμα για τον εαυτό του, τη Nora, τον George και τον μικρό Stephen, αφήνοντας όμως πίσω τη Lucia σ’ ένα σανατόριο.
Αν και ήταν πολύ ευγνώμων προς τις ελβετικές αρχές, δεν ήταν απόλυτα σύμφωνος κι ούτε έβλεπε με καλό μάτι την νέα Ελβετή οικοδέσποινά του, λόγω της εμμονής της με την τάξη και την καθαριότητα.
Ο Τζόυς υπέφερε από δωδεκαδακτυλικό έλκος για περισσότερο από ένα χρόνο. Εν μέσω όλων αυτών των εντάσεων, κάποια στιγμή υπέστη διάτρηση του έλκους και μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο νοσοκομείο. Η Nora νόμισε ότι δεν ήταν κάτι σοβαρό και πήγε στο σπίτι για να ξεκουραστεί, αλλά σύντομα την κάλεσαν πίσω στο νοσοκομείο. Έφθασε δεκαπέντε λεπτά μετά το θάνατό του.
Ακόμα και κατά τους τελευταίους μήνες του ο Τζόυς (2 Φεβρουαρίου 1882- 13 Ιανουαρίου 1941) ήταν ανένδοτος στην άρνησή του να συμφιλιωθεί με την πρώην καθολική πίστη του. Όπως έλεγε σ’ ένα φίλο του στη Γαλλία, «ο καθολικισμός στην Ιρλανδία είναι μαύρη μαγεία». Η απόφαση για καθολική κηδεία ήρθε στη Nora, αλλά εκείνη αποφάσισε σθεναρά ότι «δεν θα μπορούσε να το κάνει αυτό σ’ αυτόν».
Ο Τζόυς θάφτηκε στη χειμωνιάτικη Ζυρίχη και σύμφωνα με τον βιογράφο του, μόνο ένα πράσινο στεφάνι πάνω στο οποίο βρισκόταν ένα υφαντό με το έμβλημα της Ιρλανδίας θύμιζε τη χώρα του.
Οι Ιρλανδοί, ιστορικά, «επιστρέφουν» στη χώρα τους για ταφή. Ο Ουίλιαμ Μπάτλερ Γέιτς (1865-1939), για παράδειγμα, πέθανε στη Γαλλία το 1939, αλλά μετά τον πόλεμο μεταφέρθηκε πίσω στην Ιρλανδία με τυμπανοκρουσίες. Ο Oliver St. John Gogarty (1878-1957) πέθανε στη Νέα Υόρκη αλλά είχε δηλώσει από πριν την επιθυμία του να μεταφερθεί στην Ιρλανδία.
Το παράδειγμά τους, βέβαια, ακολούθησαν πολλοί άλλοι γνωστοί Ιρλανδοί. Προφανώς, ο Τζέιμς Τζόυς είχε διαφορετική άποψη.
Ο Brian Cosgrove, στη στήλη του «Ημερολόγιο ενός Ιρλανδού» («An Irishman’s Diary») στους Irish Times, στις 10 Ιανουαρίου 2012, σημείωσε ότι η Nora πρότεινε στην ιρλανδική κυβέρνηση να επαναπατρίσει το σώμα του Τζέιμς. Ακόμα ο Cosgrove ανέφερε ότι όταν ο Τζόυς πέθανε η ιρλανδική κυβέρνηση μήνυσε στον επιτετραμμένο της στη Ζυρίχη να μην παρευρεθεί στην κηδεία του.
Έτσι, όταν η γυναίκα του Nora εξέφρασε την προθυμία να επιτρέψει τον επαναπατρισμό των λειψάνων του, η προσφορά απορρίφθηκε από την ίδια την κυβέρνηση. Εκείνη η άρνηση είχε τουλάχιστον μία σημαντική συνέπεια. Η Nora επέμεινε να δωρίσει τα χειρόγραφα του «Finnegans Wake» όχι στην Εθνική Βιβλιοθήκη στο Δουβλίνο, αλλά στο Βρετανικό Μουσείο. Η περίεργη σχέση αγάπης-μίσους της Ιρλανδίας του Τζόυς τον ακολούθησε και στον τάφο.
Ίσως η καλύτερη αντίδραση στον θάνατό το, ήρθε από την παράφρονα κόρη του, Lucia: «Τι κάνει κάτω από το έδαφος, εκείνος ο ηλίθιος; Πότε θα αποφασίσει να βγει έξω; Μας παρακολουθεί όλη την ώρα»!
