Το ταξίδι στο Ιράν δεν είναι εύκολο και συνήθως προσανατολίζεται στον θαυμασμό για τον πολιτισμό της αρχαίας Περσίας και στις περιηγήσεις στον ελληνιστικό κόσμο.
Η μαγεία του ισλαμικού πολιτισμού, με τα αριστουργηματικά τζαμιά, τα μυθικά παλάτια, τα σκεπαστά παζάρια, απορροφά την προσοχή των ελάχιστων τουριστών.
Ενα πολιτισμικό παλίμψηστο με ίχνη Μήδων και Περσών, Αράβων και Πάρθων, Σελτζούκων και Μογγόλων, Εβραίων, χριστιανών, κοινοτήτων σούφι, Αρμένιων, δερβίσηδων, που σε μαγεύει με την ιστορική πολυχρωμία του.
Σήμερα, η δημόσια εικόνα του Ιράν, περίπου σαράντα χρόνια μετά την ανατροπή του σάχη, αποτυπώνεται στις ιερατικές πατριαρχικές μορφές των ηγετών που κυριαρχούν στον δημόσιο χώρο.
Οι υποχρεωτικά καλυμμένες με χιτζάμπ γυναίκες αποτελούν αντίθεση με τη δυναμική και αναπτυγμένη οικονομικά χώρα, που διαθέτει σύγχρονες υποδομές, αυτοκινητόδρομους και μια πρωτεύουσα όπως η Τεχεράνη των 18 εκατομμυρίων κατοίκων, με σπουδαία αρχιτεκτονική, μουσεία, βιβλιοθήκες, δεκάδες πανεπιστήμια και την πολύβουη καθημερινότητα ενός νεανικού στην πλειονότητά του πληθυσμού.
Το ερώτημα που απασχολεί τους επικεφαλής θρησκευτικο-πολιτικούς ηγέτες, αν θα αφήσουν τον κόσμο να πάει μόνος του και εθελοντικά στον Παράδεισο ή θα τον οδηγήσουν σ’ αυτόν υποχρεωτικά και συντεταγμένα, απασχολεί ελάχιστα αυτήν την πολύμορφη κοινωνία.
Οι προεδρικές εκλογές και η έκδηλη αγωνία των Ιρανών μέσα κι έξω από το Ιράν για την επανεκλογή του μετριοπαθούς μεταρρυθμιστή προέδρου Χασάν Ρουχανί, που τον ψήφισαν οι κάτοικοι των πόλεων, οι νέοι και οι προοδευτικοί, δείχνουν τα υπόγεια ρεύματα της κοινωνίας.
Μια χαραμάδα σ’ αυτή τη σύγχρονη κοινωνία μάς έχει ανοίξει το ιρανικό σινεμά, που τα τελευταία χρόνια στέλνει όλο και πιο αισθητά τα κοινωνικά του μηνύματα.
Υπερβαίνοντας την παγιωμένη εικόνα μιας «εξωτικής» ή τριτοκοσμικής χώρας ή ακόμη το αινιγματικό θεοκρατικό καθεστώς, το Νέο Ιρανικό Ρεύμα μάς έχει επιτρέψει μια ματιά στην καθημερινή ζωή και στις σχέσεις των ανθρώπων, στο εσωτερικό της οικογένειας, στην ανάγκη για ελευθερία, στα δικαιώματα των γυναικών, στην ταυτότητα.
Οι πολυβραβευμένοι σκηνοθέτες του ανασηκώνουν το πέπλο της φαινομενικής ακινησίας για να δείξουν τις αντιφάσεις, τις εσωτερικές συγκρούσεις και τα συναισθήματα που αφορούν τη στενότητα της ιδιωτικής ζωής, την ανελευθερία, αλλά και τις κοινωνικές ανισότητες και διαφορές αντιλήψεων και νοοτροπίας, τη σύγκρουση των παραδοσιακών με τις προοδευτικές ιδέες και την επιθυμία για πολιτισμική αλλαγή, τον μισαλλόδοξο φανατισμό, τα ήθη, όπως είναι ο γάμος περιορισμένου χρόνου.
Ο ταξιδιώτης μπορεί να μην έχει την ευκαιρία να τα διαπιστώσει όλα αυτά επιτόπου, λόγω των πολλών εμποδίων και δυσκολιών που παρουσιάζει η επικοινωνία του με τον ιρανικό κόσμο, ωστόσο οι κινηματογραφικές αφηγήσεις τού προσφέρουν μερικά κλειδιά για να διακρίνει τις διαφορές.
Διαφορές συμπεριφορών, προσδοκία στα μάτια των νέων κοριτσιών και αγοριών που απαγορεύεται να κυκλοφορούν παρέα σε δημόσιο χώρο και αναγκάζονται να επινοούν τρόπους παράκαμψης, φόβο επικοινωνίας και ηθικό πανικό ή ανοιχτή διάθεση των πιο προοδευτικών, έντονη παρουσία της πατριαρχικής οικογένειας αλλά και ευμάρεια στις συνοικίες, τα καταστήματα, τα εστιατόρια, τα αυτοκίνητα, σε αντίθεση με τους λιγότερο ευνοημένους.
Διαφωτιστικές επίσης είναι τα τελευταία χρόνια οι συζητήσεις με καλούς φίλους και φίλες Αφγανούς πρόσφυγες που έχουν ζήσει για χρόνια στο Ιράν πριν πάρουν τον δρόμο για την Ευρώπη.
Από τη μεριά τους εξηγούν και ερμηνεύουν τους τρόπους σκέψης που συγκρούονται στη χώρα, την ισχυρή θρησκευτική προσήλωση, που δεν αφήνει ιδιαίτερα περιθώρια στην ιδιωτική ζωή να ανασάνει, εντέλει την ταύτιση της θρησκείας με την πολιτική, από την οποία προέρχονται και οι αυστηροί ηθικοί περιορισμοί.
Σε μια περιοχή όπου τα γειτονικά κράτη διαλύονται από τους πολέμους και την τρομοκρατία, η χώρα διατηρεί ισχυρά αμυντικά χαρακτηριστικά στην ηγεσία και την κοινωνία, προσπαθώντας να συνδυάσει την οικονομική ανάπτυξη με τη θρησκευτική εξουσία. Αναρωτιέται κανείς πόσο μπορεί κάτι τέτοιο να κρατήσει, καθώς η ανάγκη για μεταρρυθμίσεις είναι εμφανής.
Η απευθείας πτήση για την Αθήνα διαρκεί μόνο τρεισήμισι ώρες. Πετώντας για την Τεχεράνη το αεροπλάνο είχε ελάχιστους επιβάτες, αντίθετα η πτήση προς Αθήνα ήταν γεμάτη οικογένειες με παιδιά, νεαρές και νεαρούς που έρχονταν για διακοπές. Οι περισσότεροι είχαν προορισμό τα νησιά, Μύκονο, Σαντορίνη, Κρήτη.
Ηταν εντυπωσιακό πώς μπήκαν στο αεροπλάνο ντυμένες οι γυναίκες, νεαρές ή πιο ώριμες, και πόσο διαφορετικές βγήκαν όταν φτάσαμε στο «Ελ. Βενιζέλος».
Η κάψουλα του χρόνου λειτούργησε θεαματικά. Τα μαντίλια στο κεφάλι είχαν εξαφανιστεί, τα εξωτερικά μακριά και μακρυμάνικα ρούχα είχαν μπει στην τσάντα και δεν διέκρινες καμία διαφορά από το ντύσιμο στο οποίο είμαστε συνηθισμένοι.
Δυο διαφορετικοί κόσμοι, δυο διαφορετικοί τρόποι ζωής που προσπαθούν να επικοινωνήσουν εγκαταλείποντας τα εμπόδια και τα διακριτικά σήματα που έχουν χάσει πια γι’ αυτούς το νόημά τους.
Το χιτζάμπ, που στην Ευρώπη θα υποστήριζα ως επιλογή ταυτότητας, στο Ιράν όπου είναι υποχρεωτικό δεν μπορώ παρά να το θεωρήσω βαρύ καταναγκασμό των γυναικών.
Αναζητώντας τις αλλαγές στα απλά και τα καθημερινά, είναι ίσως ο καλύτερος τρόπος να αλλάξει ο κόσμος, που επιμένει να μην αλλάζει μέσα από τις απαγορεύσεις, τον φόβο και την καταστολή.
Φτάνοντας στην Αθήνα, σκεφτόμουν πως αυτή τη χρονιά η συγκυρία το ‘φερε να έρθω σε επαφή με τρεις χώρες που έζησαν επαναστάσεις τον 20ό αιώνα: Κούβα, Αλγερία, Ιράν.
Πολύ διαφορετικές, πολύ ανόμοιες κι όμως, η νοσταλγία εκείνων των επαναστατικών ιδεών μέσα στον νου μας θαμπώνει εξίσου σε όλες τις περιπτώσεις από τη διάψευση των νεανικών ουτοπικών οραμάτων για μια πιο δίκαιη κοινωνία.
