Αφησα πίσω μου τα τελευταία σπίτια του χωριού Μαρμαράς στην ορεινή δυτική Φθιώτιδα και πήρα το μονοπάτι που οδηγεί στα ελατοσκέπαστα υψώματα που δεσπόζουν στη γύρω περιοχή.
Ενα πανάρχαιο μονοπάτι, που η διαδρομή του αποτελεί ένα «ταξίδι» στους αιώνες. Στο διάβα του, συναντά απομεινάρια της προμυκηναϊκής εποχής, ανταμώνει με τα λημέρια των ανταρτών και το «αεροδρόμιο» της Χωμήριανης, για να καταλήξει στα λιβάδια των Βαρδουσίων, που «έθρεψαν» τον Αθανάσιο Διάκο.
Την ίδια στιγμή, αποκαλύπτει στον περιηγητή τον πλούτο και την ομορφιά της φύσης. Αιωνόβια δάση, αδιάβατες χαράδρες, αλπικά λιβάδια και λίμνες, απόρθητες βουνοκορφές αλλά και εκατοντάδες αποχρώσεις μαγεύουν και τρομάζουν.
Το λιγοστό φως που περνά μέσα από τα πυκνά έλατα και η «αφύσικη» ησυχία της φύσης δημιουργούν ένα απόκοσμο περιβάλλον, που με κάνει να νιώσω ότι τα πάντα γύρω μου με κοιτάζουν με δυσπιστία. Λες και η παρουσία μου μεταδόθηκε απ’ άκρη σ’ άκρη, μαζί με το θρόισμα των φύλλων. Λες και το βουνό έχει χάσει την εμπιστοσύνη του απέναντι σε κάθε τι ξένο.
Στο μυαλό μου ήρθανε γρήγορα εικόνες από παλαιότερες αναβάσεις του μονοπατιού. Οταν ήμουν παιδί, δεν ένιωθα τη δυσπιστία του βουνού. Αυτό έγινε πολύ αργότερα, όταν μάλλον άρχισα να καταλαβαίνω ότι υπάρχουν λόγοι γι’ αυτό.
Προσπάθησα να αφήσω τις δικές μου αναμνήσεις και αφέθηκα στην προσπάθεια να «λογαριάσω» πόσοι διάβηκαν αυτό το μονοπάτι στο πέρασμα των αιώνων. Πόσοι περπατώντας σ’ αυτές τις πλαγιές «μέτρησαν» τις έγνοιες και τα βάσανα της φαμίλιας τους και πόσοι ακόμη «ζύγισαν» την ελπίδα, τρέχοντας να γλιτώσουν από τους διώκτες τους.
Βυθισμένος στις σκέψεις έφτασα στο εκκλησάκι του Αη Γιάννη. Εριξα μια ματιά στο λιτό μνημείο του καπετάν Διαμαντή. Σπασμένο. Αυτόν δεν τον ξεχνούν ούτε φίλοι ούτε εχθροί, σκέφτηκα χαμογελώντας και ξεκίνησα να συναντήσω έναν ηλικιωμένο βοσκό, που ήξερα ότι έχει το κοπάδι του εκεί γύρω.
Κάποτε, στις αρχές της κρίσης, μου είχε πει ότι η οικονομία θα ανακάμψει όταν αρχίσουν να ακούγονται ξανά κουδούνια κοπαδιών στις γύρω πλαγιές.
Εγώ πάντως, όλη αυτή την ώρα, ούτε είδα, ούτε άκουσα, ούτε συνάντησα ψυχή ζώσα. Ενιωσα μια αγωνία να με κυριεύει. Τι να επιφυλάσσει άραγε το μέλλον γι’ αυτά εδώ τα βουνά;
