Στις ετοιμασίες επιστροφής ξεσκούριασα κάπως, με επίμονο τρίψιμο, και τον ανοξείδωτο, υποτίθεται, νεροχύτη από μεγαλοκατάστημα οικιακού εξοπλισμού με υποκαταστήματα ανά την υφήλιο. Ο φόρος της φτήνιας.
Το πιο σοβαρό: αισθητική της ομοιομορφίας, ισοπέδωση∙ σπανίζουν πια στα σπίτια αντικείμενα που να γίνονται προσωπικά. Εβλεπα τις προάλλες, σε ταινία αργεντίνικη, εξοχικό με επίπλωση ακριβώς… του δικού μας: καρέκλες, τραπέζια, τραπεζάκια σαλονιού, κομοδίνα, ντουλάπες, πτυσσόμενα κρεβάτια που γίνονται καναπέδες (η ταπετσαρία τους!), ακόμα και τα φωτιστικά, οι κρεμάστρες, όλα ίδια.
Θυμάμαι τον, πρωτοποριακό στην εποχή του, αρχιτέκτονα Αρη Κωνσταντινίδη. Χαρακτήριζε τα σπίτια «δοχεία ζωής»∙ σ’ αυτά ζούμε, άρα πρέπει, κατασκευή και εξοπλισμός, να είναι τέτοια που να μας δέχονται, να νιώθουμε την οικειότητα του προσωπικού μας γούστου. Ετσι και μπεις στις τεράστιες αποθήκες οικιακού εξοπλισμού, γίνε φανταράκι και ντύσε το σπίτι κέντρο διερχομένων…
Υπάρχει, βέβαια, ο αντίλογος: Εάν δεν ήταν τα έτοιμα, τα πρετ α πορτέ και προκάτ της μαζικής κατανάλωσης, πώς θα ντυνόταν και πώς θα έντυνε τα σπίτια του ο πολύς ο κόσμος; Δεν συμφωνώ.
Το πρόβλημα δεν είναι στην αγορά, είναι στην έξη, στο «τριπάκι» της κατανάλωσης που σε πάει στην υπερβολή της εξάρτησης. Τότε δεν δίνεις μόνο χρήματα ή πιστωτική κάρτα. Εγκαταλείπεις το προσωπικό σου στυλ. Μπαίνεις στις φάλαγγες αυτών που ντύνονται, ντύνουν τα σπίτια τους, ίδια, από το Πήλιο μέχρι το Πιεμόντε της Αργεντινής.
Μαζεύτηκε λίγο το πράγμα με την κρίση και τα μνημόνια. Μαζεύτηκε όμως αναγκαστικά. Μετά τα μνημόνια (άμποτε…) θα δούμε και πόσο η ανάγκη μπορεί να γεννοβολήσει υψηλή αισθητική. Αν και πιστεύω ότι κάθε κρίση συμβαδίζει με το μπούγιο. Θα δούμε…
