Τα αποτελέσματα των γαλλικών εκλογών δείχνουν ότι απομακρύνεται το ενδεχόμενο δεύτερου Brexit, πολλαπλάσιου βεληνεκούς καθότι θα συνέβαινε στην καρδιά της Ευρώπης.
Η Γαλλία θα παραμείνει μάλλον εντός, η σκληρά κατακτημένη μεταπολεμική ειρήνη -και η σταθερότητα- διασώζεται προσώρας, έστω εύθραυστη όσο ποτέ – να μια ουσιώδης διαφορά ανάμεσα στο όχι ιδιαιτέρως ελκυστικό σχέδιο του Μακρόν και της Μαρίν Λεπέν, για όσους ανιστορικά υποστηρίζουν το αντίθετο.
Ωστόσο, είναι το τελευταίο ανάλογο επεισόδιο στις χώρες της Δύσης: αιτήματα προστασίας και ασφάλειας δίνουν ξανά σάρκα στη μέχρι πρότινος φασματική σαγήνη της εθνικο-κυριαρχικής ιδέας.
Δυνάμεις που εκ δεξιών κατά κανόνα κηρύσσουν την επιστροφή σε μια «Ευρώπη των εθνών», αμφισβητώντας τους αυτοματισμούς της «χαρούμενης παγκοσμιοποίησης», του απομαγεμένου κόσμου, του αποδιαρθρωμένου κοινωνικού δεσμού, πυροδοτούν μια διαπάλη για την κατάκτηση της καρδιάς και του νου των ανθρώπων.
Ευρωπαϊκή και εθνική ταυτότητα βρίσκονται ξανά υπό διακύβευση, περισσότερο αντιθετικές παρά συμπληρωματικές.
Ο ιστορικός Τόνι Τζαντ έγραφε προκλητικά, σε ένα βιβλιαράκι με τίτλο «A Grand Illusion? An Essay on Europe» (1996), ότι για να δει κανείς την «Ευρώπη» επί το έργον, θα πρέπει να επισκεφθεί το τρίγωνο που ορίζουν το Λουξεμβούργο, το Μετς της Γαλλίας και το δυσπρόφερτο Saarbrücken της Γερμανίας.
Σε αυτό το τριεθνές με τα ανύπαρκτα σύνορα και την υπέροχη αρχιτεκτονική, βρίσκει κανείς τον πολύ στενό πυρήνα της Ευρώπης, εκεί όπου οι άνθρωποι πραγματικά κυκλοφορούν ελεύθερα και εναλλάσσονται σε εδάφη, γλώσσες, εργασίες.
Ιδού η πιο γοητευτική και ταυτόχρονα απατηλή εικόνα της Ευρώπης, των πλούσιων περιοχών, των νικητών της ιστορίας.
Στην περιφέρεια αυτού του πυρήνα, στον νότο της Μεσογείου ή στα ανατολικά της Mitteleuropa, βρίσκονται οι ηττημένοι, οι φτωχοί, οι γλωσσικά, εκπαιδευτικά, πολιτισμικά μειονεκτούντες, που δεν ζουν σε χρυσά τρίγωνα και για τους οποίους οι «Βρυξέλλες» είναι στην καλύτερη περίπτωση μια διοικητική αφαίρεση, ένας μακρινός έξωθεν καταναγκασμός – ή άλλοτε, όχι πια όμως, μια κότα με χρυσά αυγά.
Αυτός ο διχασμός έχει βαθιές ρίζες και πλέον αναδιπλασιάζεται στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών κοινωνιών· δεν πρόκειται μόνο για περιοχές ή περιφέρειες, αλλά και για ευρύτατα τμήματα των εθνικών πληθυσμών, ακόμη και στις χώρες του «κέντρου», που αισθάνονται να βρέθηκαν στη μεριά των χαμένων.
Μπροστά στις τεκτονικές αυτές κινήσεις, το πολιτικό σχέδιο «Ευρώπη» δίνει μια ξέπνοη απάντηση.
Οι «Βρυξέλλες», το υπερεθνικό όργανο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, έδωσαν στη δημοσιότητα την 1η Μαρτίου, 60 χρόνια από την ιδρυτική Συνθήκη της Ρώμης, μία Λευκή Βίβλο με τίτλο «Προβληματισμοί και σενάρια για την Ε.Ε. των 27 έως το 2025», που ισορροπεί αναποφάσιστη ανάμεσα στο ιστορικής σημασίας μανιφέστο και στη γραφειοκρατική διεκπεραίωση, περιγράφοντας σενάρια μετεξέλιξης της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Η ειρωνεία κρύβεται στις πρώτες σελίδες της Λευκής Βίβλου, που ξεκινά με συγκινητικές αναφορές στο φεντεραλιστικό όραμα του Αλτιέρο Σπινέλι και του Ερνέστο Ρόσι, οι οποίοι, κρατούμενοι του μουσολινικού καθεστώτος στο νησάκι Βεντοτένε ανοιχτά της Νάπολης, συνέγραψαν το 1943 το μανιφέστο Για μια ελεύθερη και ενωμένη Ευρώπη – μόνο όμως για να το προδώσει αμέσως μετά.
Τα πέντε σενάρια κινούνται ανάμεσα στο business as usual (σενάριο 1), στην υπαναχώρηση σε «τίποτα περισσότερο από την κοινή αγορά» (σενάριο 2) ή σε οιονεί ομοσπονδιακή κατεύθυνση που όμως ελάχιστα λέει για την πολιτική εμβάθυνση της Ε.Ε. (το πιο προωθημένο: αποδίδει στο Ευρωκοινοβούλιο τον τελικό λόγο για εμπορικές συμφωνίες / σενάριο 5, «Κάνουμε μαζί πολύ περισσότερα»).
Είναι όμως το σενάριο με τον εύγλωττο τίτλο «Αυτοί που θέλουν περισσότερα, κάνουν περισσότερα» που επισφραγίστηκε μόλις πέντε μέρες αργότερα, στη σύνοδο των χωρών του ευρωπαϊκού πυρήνα (Γερμανία, Γαλλία, Ισπανία, Ιταλία), που ώδινεν εμβάθυνση και έτεκεν Ευρώπη πολλαπλών ταχυτήτων.
Ο ιδεολογικός συντηρητισμός που κατέστησε την Ευρώπη «πρωταθλήτρια των ημίμετρων» κορυφώνεται.
Η ευκαιρία να προχωρήσει μέσα από την κρίση της, όπως συνέβαινε στο παρελθόν, χάθηκε το 2010, όταν δεν παίχτηκε καν το στοίχημα της ομοσπονδιοποίησης.
Το ευρώ αποδείχθηκε μια ατελής κατασκευή, υπόσχεση μιας επερχόμενης υπερεθνικής κυριαρχίας που ξεστράτισε.
Η Ευρώπη, στα γενέθλιά της, θα μπορούσε να ανιχνεύει έναν δρόμο αναθεμελίωσης της λαϊκής κυριαρχίας ανάγοντας τις αρετές του πιο μοντέρνου πολιτικού θεσμού, του εθνικού κράτους, πέραν των εθνικών ορίων.
Αντίθετα, διαχειρίζεται τη βαθιά κρίση της με διακυβερνητική λογική, υπό το εθνικό πρίσμα των κρατών-μελών, βάζοντας έτσι από το παράθυρο την «Ευρώπη των εθνών».
Καθώς μοιάζει να οπισθοχωρούμε στο παρελθόν των εθνικών ανταγωνισμών που στοιχειώνουν τη σκοτεινή μας ήπειρο, είναι βολική αλλά όχι πειστική η μεμψιμοιρία ότι η Ευρώπη των πολλών ταχυτήτων αποτελεί αναγκαστική επιλογή εφόσον οι λαοί παρασέρνονται από «λαϊκιστικά» και «ανορθολογικά» προτάγματα επιστροφής στην εθνική κυριαρχία – χωρίς προηγουμένως να έχει δοθεί η μάχη μιας σθεναρής και ορθολογικής υπεράσπισης της πολιτικής ολοκλήρωσης.
Οπως ελαφρώς χυδαία λένε οι Ιταλοί, δεν μπορούμε να έχουμε και την μποτίλια γεμάτη και τη γυναίκα μεθυσμένη.
** Από τις εκδόσεις Πόλις κυκλοφορεί το βιβλίο του «Ευρωκομμουνισμός. Από την κομμουνιστική στη ριζοσπαστική ευρωπαϊκή Αριστερά»
