Το καλό είναι πως αναστήθηκε η ροδίτσα της γυναίκας μου. Την είχα για ξοφλημένη. Ο Βασίλης Δημητρίου (έτερος απών) μου το είχε μάθει: «Ο,τι είναι στο χώμα, άφηνέ το. Πολλές φορές τα νομίζεις ξεραμένα και αυτά ξαναπετάνε!». Καταστεναχωρέθηκα που είδα, όταν επέστρεψα, μετά το Πάσχα, τη ροδίτσα κατάξερη.
Μεταφυσική αδεία, την άφησα στη γλάστρα της∙ όπως λέμε… στην ησυχία της. Την τίναξα, να πέσουν τα ξερά φύλλα, κλάδεψα τις κορφές, την πότιζα σαν να ήταν ζωντανή και προχθές είδα να ξεπετιούνται δώθε-κείθε πράσινα φυλλαράκια. Αναστήθηκε! Μονολόγησα, σαν κάποια να με άκουγε.
Χθες άνθισε και ο κάκτος. Δύο άνθη. Εφήμερα. Γι’ αυτό και χάρμα ιδέσθαι∙ απαλό ροζ προς το φούξια χρώμα και χάρμα οσφρύνεσθαι∙ λεπτό, ανάερο άρωμα. Μεγαλειώδης αίσθηση στιγμής και πως γοργά η ομορφιά διαβαίνει. Προτού σωπάσει και χαθεί, ευλόγησέ την, μήπως γίνει μνήμη.
Θυμάμαι τη χαρά που κάναμε με τη γυναίκα μου όταν πρωτάνθισε. Ξέραμε ότι περνάει «βουβά» τα πρώτα εφτά χρόνια. Μετά ανθίζει∙ μια φορά το χρόνο, μία μόνο νύχτα (φύσις κρύπτεσθαι φιλεί… μεγάλε Ηράκλειτε).
Πολλές φορές –κάπου ήμασταν και– χάναμε την ανθοφορία. Πέρσι και φέτος έπεσα πάνω στη γέννα. Τότε, η γυναίκα μου, που σκάμπαζε από ηλεκτρονικά, έπαιρνε το κινητό και φωτογράφιζε.
Φέτος, που ατσίδα πωλητής μ’ έπιασε κότσο και μου πασάρισε σμάρτφον, κατάφερα κι εγώ, κουτσά-στραβά, ρωτώντας τον μικρό εγγονό μου, της τετάρτης δημοτικού, να φωτογραφίσω: τις αμαρυλλίδες (καταπληκτικό κόκκινο της φλόγας) και την επομένη τα άνθη του κάκτου. Εδειξα τις φωτογραφίες στον μεγάλο εγγονό μου, της πρώτης γυμνασίου αυτός: «Παππού, είσαι αστέρι!» είπε με ενθουσιασμό. Αστέρι των αναμνήσεων…
