Θωμάς Ψήμμας
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Σε χώρες του αναπτυγμένου δυτικού κόσμου παρατηρείται όλο και συχνότερα το φαινόμενο να λειτουργούν σουπερμάρκετ που πωλούν ληγμένα τρόφιμα σε τιμές κατά 30-50% χαμηλότερες.

Πού έγκειται, όμως, η εύλογη ηθική απαξία αυτής της είδησης και σε τι συνίστανται οι καταστροφικές πολιτικές και κοινωνικές συνέπειες αυτού του λυπηρού γεγονότος;

Στο ερώτημα αυτό, κατά την ταπεινή μου γνώμη, αποδεικνύονται εξαιρετικά ανεπαρκείς οι ακόλουθες ηθικοπολιτικές κοσμοθεωρήσεις: η φιλελεύθερη, η ρεπουμπλικανική και η κοινοτιστική.

Υπό το φιλελεύθερο πρίσμα, η ηθική αξία ή απαξία κάθε πράξης κρίνεται ανάλογα με το αν στηρίζεται στην ελεύθερη βούληση του αυτόνομου δρώντος.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο πολίτης-καταναλωτής χωρίς κάποιον άνωθεν ή έξωθεν καταναγκασμό, άρα διατηρώντας την ελευθερία επιλογής (με την καθολικά αποδεκτή, στενή του όρου έννοια), προβαίνει στην αγορά ληγμένων τροφίμων.

Η ρεπουμπλικανική παράδοση στηρίζεται στην τυπική-αριθμητική ισότητα όλων των μελών της πολιτικής κοινότητας ενώπιον του νόμου.

Η ισότητα, στη διαδικαστική της διάσταση, δεν παραβιάζεται σε μια -κατά τα λοιπά- ταπεινωτική αγοραπωλησία αγαθών, των οποίων έχει παρέλθει ο προτεινόμενος χρόνος ανάλωσης, καθώς τόσο η πρόσβαση όσο και το καταβαλλόμενο τίμημα διέπονται από τους ίδιους συναλλακτικούς όρους για όλα τα μέλη της πολιτικής κοινότητας-ελεύθερης αγοράς.

Η κοινοτιστική θεώρηση δίνει έμφαση στις κοινές, διαμοιρασμένες μορφές ζωής μεταξύ των μελών ορισμένης πολιτικής κοινότητας.

Εξαιτίας του έμφυτου ηθικού σχετικισμού της κοινοτιστικής αντίληψης, όμως, ορισμένες κοινωνικές συσσωματώσεις ενδέχεται να υιοθετούν ως θέσφατο-γνώμονα συμπεριφοράς το σύστημα της κάστας, αποκλείοντας έτσι για λόγους φύλου, φυλής, καταγωγής, κοινωνικής θέσης, θρησκείας, σεξουαλικού προσανατολισμού κ.λ.π. ορισμένα μέλη-μη μέλη τους (denizens κατά Arendt).

Έτσι, ο κοινοτισμός ως σύστημα ηθικής αποδεικνύεται ευάλωτος στο «κοινό περί δικαίου αίσθημα»-«ιδεώδες» της διαμοιρασμένης ανισότητας.

Στο πλαίσιο της οικονομίας (ή ορθότερα κοινωνίας) της αγοράς διαχέεται η αντίληψη ότι όλα πωλούνται κι όλα αγοράζονται με μοναδικό κριτήριο την ελευθερία των συμβαλλομένων.

Ωστόσο, ακόμα κι αν δεχθούμε ότι κάτι τέτοιο ισχύει, ο ιδεοτυπικός αποδέκτης των επιταγών της ελεύθερης αγοράς, δηλαδή ο καταναλωτής, δεν έχει πλέον ισότιμη πρόσβαση σε ποικίλα μεν, εξίσου ασφαλή δε αγαθά.

Το κριτήριο διάκρισης των προϊόντων δεν περιορίζεται πλέον στη διαφορετική εταιρεία παραγωγής (brand name), αλλά επεκτείνεται στο στενό πυρήνα της διατροφικής ασφάλειας (φρέσκα-ληγμένα), κάτι που επιφέρει σχετικοποίηση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας του εκάστοτε καταναλωτή.

Η λειτουργία σουπερμάρκετ με ληγμένα τρόφιμα πλήττει την αρχή της αλληλεγγύης (αδελφότητα κατά το τρίπτυχο της Γαλλικής Επανάστασης) στην ρεπουμπλικανική της διάσταση: η ύπαρξη «καταναλωτικών ναών» πατρικείων και πληβείων έρχεται σε σύγκρουση με την αρχή της ίσης πολιτειότητας, η οποία αποτελεί το θεμέλιο λίθο για την καλλιέργεια του χρέους (πολιτικού καθήκοντος) κοινωνικής/εθνικής αλληλεγγύης.

Έτσι, η αλληλεγγύη αδυνατεί να συνδεθεί με την προαγωγή ενός συλλογικού οράματος (χειραφέτηση του πλήθους) και διαστρέφεται πότε σε αγοραία φιλανθρωπία για τη διαφήμιση των «πατρικείων» (ενίοτε και με ταπεινωτικούς όρους, όπως στο σχετικό παράδειγμα) και πότε σε πατερναλιστική άσκηση κρατικής ελεημοσύνης με καθαρά ιδιοτελή προσανατολισμό για την εκάστοτε κομματική ελίτ (πελατειακές σχέσεις).

Ένα τέτοιο γεγονός, παράλληλα, μας φέρνει αντιμέτωπους με τους εγγενείς περιορισμούς της φιλελεύθερης αντίληψης για την ισότητα (είτε στην τυπική-διαδικαστική της διάσταση, δηλαδή ισότητα ενώπιον του νόμου, είτε στην ουσιαστική της εκδοχή, δηλαδή ισότητα ευκαιριών).

Η ατομιστική εξέταση της ισότητας την απογυμνώνει πλήρως από τα δι-ατομικά και κοινωνικά της συμφραζόμενα.

Η ισότητα ενώπιον του νόμου, βασική επιταγή του κράτους δικαίου, προϋποθέτει τη διασφάλιση ίσων –υλικών (π.χ. ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα) και θεσμικών (π.χ. δημόσια εκπαίδευση)- όρων έμπρακτης απόλαυσης της ελευθερίας.

Η ύπαρξη σουπερμάρκετ με τρόφιμα χαμηλότερης ποιοτικής αξίας για τα φτωχότερα μέλη του κοινωνικού συνόλου όχι απλώς περιφρονεί την κοινωνική διάσταση της ισότητας, αλλά επιχειρεί να αποσυνδέσει την ελεύθερη αγορά από κάθε μέριμνα για ισότιμη πρόσβαση στο κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον λειτουργίας της αγοράς.

Συνοψίζοντας, η κυριαρχία του homo economicus, με το (οικονομικά αποτελεσματικό) δέλεαρ της χαμηλότερης τιμής των ληγμένων τροφίμων, έρχεται να υποτάξει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια στο μοτίβο της στάθμισης κόστους-οφέλους.

Επίσης, η δημιουργία καταναλωτών περισσότερων ταχυτήτων διαβρώνει την ίση πολιτειότητα –ως ρεπουμπλικανική οπτική της αλληλεγγύης- και, μάλιστα, στην καρδιά της ελεύθερης αγοράς, στο βασίλειο της καταναλωτικής ελευθερίας.

Τέλος, η ισότητα απωθείται σε όλο και πιο διαδικαστικά και πιο ατομικιστικά συμφραζόμενα, καταπίπτει σε στατικό, συμβολικό τοτέμ, σε «αδειανό πουκάμισο» της «φιλελεύθερης δημοκρατίας», κι έτσι χάνεται ο εξόχως δυναμικός, δι-ατομικός και κοινωνικός ορίζοντάς της (ισοελευθερία, ενσυναίσθηση, αναστοχαστική ισορροπία).