Για έναν συγγραφέα είναι πολύ σημαντική η θέση που καταλαμβάνει στα ράφια ενός βιβλιοπωλείου. Αν έχει αυτή τη θέση υπάρχει, αν δεν την έχει δεν υπάρχει. Εσύ, για παράδειγμα, δεν υπάρχεις.
Μπαίνεις συχνά στο βιβλιοπωλείο, μπαίνεις για να περιεργαστείς για λίγο τα ράφια, να δεις τι γράφουν οι άλλοι και κυρίως πόσο γράφουν. Κι αμέσως σε καταλαμβάνει μια μαζοχιστική παρόρμηση.
Μελαγχολικά, τα μάτια σου διατρέχουν τα ράφια όπου θα έπρεπε να βρίσκονται τα βιβλία σου: υπάρχουν όλοι, όχι μόνον οι μεγάλοι, αλλά και οι ξεχασμένοι. Τα βιβλία σου όμως δεν υπάρχουν, ούτε ανάμεσα στους ξεχασμένους.
Δεν υπάρχει ούτε ένα από τα δεκατρία βιβλία που έχεις γράψει ώς τώρα. Είσαι ένας αόρατος συγγραφέας. Ενας συγγραφέας-φάντασμα που υπάρχει μόνο στον νου κάποιου από τους είκοσι πέντε υποθετικούς αναγνώστες σου. Αλλά το βλέμμα σου τρέχει από μόνο του και άθελά του ανακρίνει τα ράφια: «Υπάρχω κι εγώ;» – «Οχι, εσύ όχι» – «Και γιατί;» – «Γιατί όχι».
Σπάνια τυχαίνει ν’ ανακαλύψεις ένα από τα βιβλία σου κρυμμένο πίσω από άλλα∙ κι είναι πάντα μια έκπληξη. Σαν να συναντάς ένα φίλο που από λάθος νόμιζες πεθαμένο, αντίθετα είναι εκεί, ζωντανός, μπροστά σου.
Συνήθως τα best-sellers είναι σε αλφαβητική σειρά. Βρίσκεσαι ανάμεσα στον Εσε, τον Κάφκα και τον Μαν, στον Τζόις και τον Χέμινγουεϊ. Πώς μπορείς να γίνεις αντιληπτός ανάμεσα σ’ αυτούς τους γίγαντες; Αλήθεια, ανάμεσα σ’ αυτούς έπρεπε να βρεθείς;
Ανάμεσα σ’ αυτούς τους μέγιστους δεν θα καταφέρεις ποτέ να εμφανιστείς έστω και σαν ένας από τους «ενδιαφέροντες ελάσσονες». Υστερα, και το αλφάβητο χειροτερεύει την κατάσταση! Τα γράμματα Ε, Κ, Μ, Τ, Χ, γράμματα που στο λεξικό καταλαμβάνουν τόσο λίγο χώρο, εδώ γιατί πρέπει να έχουν τόση σημασία μέχρι να καταπνίξουν το δικό σου γράμμα;
Υστερα είναι φυσικό ένας που είναι στριμωγμένος σε μια γωνιά να γίνεται κάπως κακός. Γεννιέται μέσα σου ένα καθόλου ευγενικό συναίσθημα, όχι φθόνου, γιατί ο φθόνος προϋποθέτει έναν ανταγωνισμό που εδώ δεν υπάρχει, αλλά ένα συναίσθημα παρόμοιο μ’ αυτό που ο Νίτσε ονόμαζε «ηθική της αγανάκτησης».
Και μ’ αυτές τις σκέψεις, ελάχιστα ευγενικές, στρέφεις αργά το βλέμμα σου στα υπόλοιπα ράφια του βιβλιοπωλείου κι εδώ τελειώνει η περιπλάνησή σου. Δεν σου κάνει καλό να μπαίνεις και να περιεργάζεσαι στα βιβλιοπωλεία. Γίνεσαι πολύ μικρότερος. Οχι, σίγουρα όχι, δεν σου κάνει καλό, προσπάθησε να το αποφεύγεις…
* ομότιμος καθηγητής Φιλοσοφικής Σχολής ΑΠΘ
