Ενα από τα πιο ενεργά μέλη της Ευρωβουλής, η ευρωβουλευτής των Podemos, Λόλα Σάντσεθ, μας μίλησε για μάχες που χάθηκαν και μάχες που μένει να δοθούν, για την Ευρώπη, την Αριστερά και τον ανθρώπινο πόνο που κάποιοι δεν διστάζουν να εκμεταλλευτούν και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.
• Παρά την αντίθεση αρκετών ευρωβουλευτών, μεταξύ των οποίων και της δικής σας, η CETA ψηφίστηκε από το Ευρωκοινοβούλιο και απομένει η επικύρωσή της από τα κοινοβούλια των κρατών-μελών. Η φραγή της εφαρμογής της είναι πλέον ένας χαμένος αγώνας;
Υπάρχουν ακόμη πολλά να γίνουν. Εχουμε 28 κράτη-μέλη στην Ε.Ε. και παραπάνω από 30 τοπικά Κοινοβούλια. Συνεπώς παραπάνω από 30 ευκαιρίες για να εμποδίσουμε την εφαρμογή της CETA. Και σε όσες περιπτώσεις προβλέπονται δημοψηφίσματα είναι ο ίδιος ο κόσμος που θ’ αποφασίσει.
Στην Ισπανία ακόμα περιμένουμε να δούμε τις κινήσεις της κυβέρνησης. Είμαστε διατεθειμένοι ν’ ακολουθήσουμε ακόμη και τη δικαστική οδό, επικαλούμενοι την αντισυνταγματικότητα της συμφωνίας που υποστηρίζουν πολλοί ακαδημαϊκοί. Η εναντίωση στη συμφωνία αποτελεί κι ένα στοίχημα αλληλεγγύης μεταξύ των Ευρωπαίων. Η μεγάλη προσπάθεια όμως πρέπει να γίνει σε επίπεδο κρατών-μελών.
• Τι «ξημερώνει» όμως για την ίδια την Ε.Ε. τη στιγμή που πληθαίνουν τα σενάρια για δημιουργία μιας Ενωσης «πολλών ταχυτήτων» ή ακόμη και για διάλυσή της;
Η Ε.Ε. ήταν μια καλή ιδέα και θα μπορούσε να γίνει ένα καλό εργαλείο. Το πρόβλημά της σχετίζεται με τη διακυβέρνησή της και πιο συγκεκριμένα με τις οικονομικές πολιτικές που βρίσκονται πίσω απ’ αυτήν: με την εξυπηρέτηση δηλαδή των συμφερόντων των τραπεζών και των οικονομικών ελίτ. Δεν είμαστε κατά της Ε.Ε. αλλά κατά της παρούσας διακυβέρνησης.
Αν κάποιος θέλει πραγματικά να υπερασπιστεί την ιδέα της Ενωσης, δεν μπορεί να γράφει για τη διάλυσή της. Αποτελεί πρόωρη παραίτηση. Οσο για την προοπτική των πολλών ταχυτήτων βρίσκεται σε πλήρη αντίθεση με την ιδέα της αλληλεγγύης. Ο ευρωσκεπτικισμός αποτελεί ήττα της Ε.Ε., όχι όμως των πολιτών, αλλά των ηγετών της. Δεν αρκούν οι χρηματοδοτήσεις και οι υποδομές. Αν μου φτιάξεις έναν δρόμο αλλά μου πάρεις τη βιομηχανία, δεν μου έχεις προσφέρει τίποτα.
• Μήπως πρέπει όμως κι η ίδια η Αριστερά ν’ ασκήσει την αυτοκριτική της; Τόσο για την έλλειψη δυναμισμού όσο και για την άνοδο των ακροδεξιών στην Ευρώπη;
Η δική μας ευθύνη εντοπίζεται σε έναν μεγάλο βαθμό στο ότι ασχοληθήκαμε με ζητήματα που δεν αποτελούσαν τον πυρήνα του προβλήματος. Το καπιταλιστικό σύστημα είναι πολύ έξυπνο. Ηξερε πώς να απορροφήσει τις αντιστάσεις. Ενα καλό παράδειγμα είναι η Σοσιαλδημοκρατία, που έχει χάσει τον σοσιαλιστικό της χαρακτήρα και ψηφίζει πλέον συντηρητικά.
Χωρίς τους σοσιαλιστές τα δικά μας επιχειρήματα ακούγονται ακραία. Υπάρχει μεγάλη απόσταση μεταξύ της Αριστεράς και όλων των υπολοίπων και η Αριστερά τοποθετείται συχνά στην ίδια κατηγορία με τις ακροδεξιές οργανώσεις. Η λύση δεν βρίσκεται φυσικά στην κατασκευή τειχών, στην εσωστρέφεια, στο μίσος για τους «έξω».
Η παγκοσμιοποίηση όμως, όπως έχει διαμορφωθεί σήμερα, είναι η ρίζα του πόνου των ανθρώπων. Αν πάρεις τον ανθρώπινο πόνο, είναι πολύ εύκολο να τον μετατρέψεις σε φόβο. Και δεν υπάρχει τίποτα πιο δυνατό από αυτόν. Αν ένας δικτάτορας σε απειλήσει ότι θα σε σκοτώσει και τελικά δεν το κάνει, θα καταλήξεις ευγνώμων απέναντί του.
Με αυτό ακριβώς παίζουν και η Αριστερά δεν έχει δώσει μια καλή απάντηση σ’ αυτό. Εχει περάσει υπερβολικά πολύ χρόνο λέγοντας «όχι», αντί να κάνει προτάσεις και να χτίσει κάτι που οι άνθρωποι θα μπορέσουν πράγματι να δουν. Πρέπει να εξηγήσουμε ποιον κόσμο θέλουμε να χτίσουμε.
• Αυτό λοιπόν απέτυχαν να κάνουν οι Podemos στις εκλογές του Ιουνίου;
Είναι ένα μείγμα πολλών παραγόντων. Ενα κομμάτι της ευθύνης είναι δικό μας καθώς δεν καταφέραμε να προσεγγίσουμε αρκετό μέρος του πληθυσμού που έχει πληγεί από την κρίση. Για παράδειγμα άνθρωποι μεγαλύτερων ηλικιών, συνταξιούχοι, που ενημερώνονται κατά βάση από μέσα που έχουν ως βασικό τους μήνυμα τον φόβο προς την Αριστερά, μας έχουν στο μυαλό τους σαν «τους κομμουνιστές που θα τους πάρουν τα σπίτια».
Ο εμφύλιος είναι γι’ αυτούς πολύ πρόσφατος. Οταν όμως μιλάμε μαζί τους ατομικά, συνειδητοποιούν ότι συμφωνούμε. Οι άνθρωποι αυτοί δίνουν την ψήφο τους στην Ακροδεξιά μόνο από φόβο.
Πιστεύω ότι η προσέγγιση προς αυτούς δεν μπορεί να γίνει από την τηλεόραση, αλλά άμεσα, στον δρόμο. Κι αυτό δεν το έχουμε κάνει. Δεν συμφωνώ με την επιλογή ενός ηπιότερου λόγου.
Οταν μαλακώνεις τον λόγο σου μπορεί να διευρύνεις την εκλογική σου βάση, αλλά τι θα γίνει όταν χρειαστείς τη στήριξη του λαού για να εφαρμόσεις το πρόγραμμά σου ως κυβέρνηση; Προτιμώ να έχουμε ψηφοφόρους που μας επιλέγουν για όσα πράγματι θέλουμε να κάνουμε. Η επανεκλογή του Ιγκλέσιας ισχυροποιεί τις θέσεις μας. Θέλουμε μια Αριστερά που βρίσκεται στους δρόμους και διαχειρίζεται τους θεσμούς όπως θα έκανε ένα κοινωνικό κίνημα.
• Συμμετέχετε στην επιτροπή του Ευρωκοινοβουλίου για τις σχέσεις της Ε.Ε. με τις ΗΠΑ. Ποιος είναι ο ρόλος της Ε.Ε. στην «εποχή Τραμπ»;
Η Ε.Ε. έχει αναλάβει τον ρόλο του «καλού αστυνόμου». Ξαφνιαζόμαστε με τα τείχη που θέλει να χτίσει ο Τραμπ λες και παντού στην Ευρώπη επικρατεί η αλληλεγγύη. Μήπως ξεχνάμε τη συμφωνία Ε.Ε. – Τουρκίας; Στην πραγματικότητα πρόκειται για τις ίδιες πολιτικές, αλλά για διαφορετική «γλώσσα».
Η γλώσσα του Τραμπ δεν είναι «πολιτικά ορθή» σε αντίθεση με την Ευρώπη που ο λόγος είναι «κομψός» γιατί δεν θέλει να προσβάλει κανένα. Υπάρχουν όμως κι εδώ τείχη. Είναι η κατάλληλη στιγμή τόσο για την ευρωπαϊκή όσο και για την αμερικανική κοινωνία να ενωθούν σ’ ένα νέο κίνημα.
Εχουν τον Τραμπ, που δεν έχει όρια στον λόγο του, τη στιγμή που εμείς έχουμε αντίστοιχους πολιτικούς που απλώς προσέχουν τις λέξεις τους. Υπογράφουν όμως κάθε μέρα παρόμοιες συμφωνίες.
