Ξημέρωμα στο χωριό. Λαύκος, Νότιο Πήλιο. Συμμαζέματα, ενθυμήσεις∙ σπίτι σου μεν, αλλά μετά από μήνες όλο και κάτι χρειάζεται να θυμηθείς. Μπάνιο, ξύρισμα, καφές. Εφτά το πρωί, φρέσκος, μετά από καλόν ύπνο, στημένος στο λάπτοπ, Κυριακή πρωί για το χρονογράφημα της Δευτέρας. Αλλαι μεν βουλαί ανθρώπου, άλλα δε τεχνολογία και ΔΕΗ κελεύουν…
Εφτά και έξι λεπτά… μπλακ άουτ. Διακοπή. Οπως πληροφορήθηκα αργότερα, η διακοπή έπιανε όλο το δίκτυο, από Νότιο Πήλιο μέχρι (κάποιες) Σποράδες. Και δεν ήταν μικρής διάρκειας, καν μιας-δυο ωρών, ήταν πεντάωρη. Το ρεύμα θα επανερχόταν, καλώς εχόντων, γύρω στις δώδεκα, η μπαταρία στο λάπτοπ είχε πέσει, στο σπίτι μισοσκόταδο. «Δέσμιος της τεχνολογίας»! Ομολόγησα με συντριβή. Και τώρα τι κάνουμε; Πώς γράφουμε; Και καλά με μολύβι σε χαρτί, είχα κι απ’ τα δύο. Πώς στέλνουμε το γραφτό;
Μονολόγησα μια φράση που για να γραφτεί είναι απαραίτητη η γονική συναίνεση, πήρα τον καφέ, άλλαξα ρούχα, μπήκα στην αποθήκη, πήρα εργαλεία και βγήκα στον κήπο. Ξεβοτάνισα. Κλάδεψα. Καθάρισα τα παρτέρια από ξερά φύλλα. Σκούπισα την αυλή. Αναψα την ψησταριά να κάψω τον… λόφο από φύλλα και ξερόκλαδα (είναι απίθανο το τι πετάς όταν καθαρίζεις έναν κήπο!). Στις δέκα ήρθαν δυο φίλοι. Τους έφτιαξα καφέ (στο γκαζάκι). Εντεκα είχα τελειώσει με όλα, απόλυτα ικανοποιημένος. Στην ψησταριά καίγονταν οι τελευταίες αναμνήσεις του περσινού κήπου…
Τηλεφώνησαν δυο φίλες: «Είσαι για θάλασσα;». Κατεβήκαμε Παγασητικό, στη μισοέρημη ακόμα Μηλίνα. Οι φίλες έφυγαν για οδοιπορία. Με άφησαν στο καφενείο, με τον καφέ μου (πάλι στο γκάζι) να βλέπω τους γλάρους στο νωχελικό τους πέταγμα. Οντως είμαστε δέσμιοι της τεχνολογίας…
