Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ηθελε να γράφει τραγούδια για τα ωραία κορίτσια, τους φαντάρους, τις συνοικίες που αγαπούσε, τα αυτοκίνητα, τα θερινά σινεμά, τα νιάτα, την εποχή της αθωότητας.

Αυτή δηλαδή που τάραξε διοργανώνοντας τον Ιούλιο του 1983 το πολυπληθέστερο και πιο χαρούμενο πάρτι αυτής της πόλης.

Τρελαινόταν να ακούει τζαζ, να επινοεί εμβατήρια, να χορεύει ροκ εν ρολ, να διαβάζει «Λούκι Λουκ», να υποκύπτει στις αμερικανιές, να καρφώνει τον μικροαστισμό της ελληνικής κοινωνίας, να ξορκίζει τον καθωσπρεπισμό με βαλσάκια και ρούμπες, να απαντά στις βαρύγδουπες δηλώσεις με τα πιο απλά στιχάκια.

Λίγο καουμπόι, λίγο μοναχικός, λίγο σαν να μην ανήκει εδώ.

Κι, όμως, ο Λουκιανός Κηλαηδόνης κατάφερε όσο λίγοι να αποτυπώσει με μια υπέροχη ελαφρότητα και φρεσκάδα, με την πιο γλυκιά θλίψη κι απενοχοποίηση μια χώρα που έβγαινε από τη χούντα και ισορροπούσε μεταξύ εσωστρέφειας, παρακμής και υψωμένης γροθιάς.

Δεν είχε ποτέ ανάγκη τον τίτλο του «πολιτικού καλλιτέχνη», καθώς από τη στράτευση, τον φανατισμό και τα κλισέ προτιμούσε πάντα την ελευθερία, τη χαρά της μουσικής, την αυτοδιάθεση.

Ηταν cool, ευγενής και γλύκας, είχε μονίμως ένα πουκάμισο χαλαρά φορεμένο και το γκρίζο μαλλί ατίθασο, δεν αποχωριζόταν το περιπαικτικό του χαμόγελο, δεν ζήτησε ποτέ να χωρέσει στα καλούπια της εκάστοτε εποχής.

Ο σημαντικός τραγουδοποιός έφυγε από τη ζωή ξημερώματα Τρίτης από καρδιακή ανεπάρκεια.

Η υγεία του ήταν εξαιρετικά βεβαρημένη το τελευταίο διάστημα.

Στα 73 του χρόνια κατάφερε να περιγράψει τα μπουρίνια της ζωής μας («Τα θερινά σινεμά», «Αχ Ρίτα»), να αποθεώσει τους στίχους του Γιάννη Νεγρεπόντη σε δύο δίσκους-σταθμούς για την ελληνική δισκογραφία («Μικροαστικά» και «Απλά μαθήματα πολιτικής οικονομίας» το 1975), να μας αφήσει έναν μόνο αλλά πολύτιμο δίσκο με ορχηστρική μουσική («Media Luz»), να γράψει τραγούδια για τους προσωπικούς του ήρωες και τους εντιμότατους φίλους του (τον Λούκι Λουκ, τον Γιώργο Θαλάσση, την Κατερίνα και τον «Σπίθα», τον Διακογιάννη, τη Μαίρη Παναγιωταρά), να ταυτιστεί με τον παλμό της κοινωνίας («Αυτές οι καλύτερες μέρες», «Εμβατήριο της σιωπής», «Δελτίον ταυτότητος», «Τα νέα μέτρα»), να υμνήσει την ανάλαφρη πλευρά μας («Ο Υμνος των μαύρων σκυλιών», «Θα κάτσω σπίτι», «Ενα φιλάκι είναι λίγο», «Κάπου την έχουμε πατήσει», «Κάνει καλό»).

Ο Λουκιανός Κηλαηδόνης γεννήθηκε στην Κυψέλη στις 15 Ιουλίου 1943.

Τελείωσε το Λεόντειο Λύκειο Πατησίων, μπάρκαρε για λίγο ναυτικός, σπούδασε Αρχιτεκτονική στο Αριστοτέλειο Θεσσαλονίκης και το Μετσόβιο Πολυτεχνείο αλλά ως αρχιτέκτονας δεν δούλεψε ποτέ.

Ηταν παντρεμένος με την Αννα Βαγενά και είχε δύο κόρες: την ηθοποιό Γιασεμή και την τραγουδίστρια Μαρία.

Το 1999 δημιούργησαν μαζί τη μουσική σκηνή «Μεταξουργείο», όπου εμφανίζονταν επί σειρά ετών.

Η καριέρα του ξεκίνησε το 1969 όταν έδωσε δύο τραγούδια στον Γιώργο Νταλάρα για τον πρώτο του προσωπικό δίσκο («Σ’ αγαπώ», «Παίρνω την ανηφόρα») ενώ, αρχές της δεκαετίας του ’70, συνέθεσε τις υπέροχες μουσικές για τη παράσταση «Η πόλη μας» της Κωστούλας Μητροπούλου, που αργότερα φυσικά κυκλοφόρησε σε δίσκο με ερμηνευτές τους Βίκυ Μοσχολιού και Μανώλη Μητσιά.

Το 1973, ένα μήνα πριν από τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, κυκλοφορούν τα «Μικροαστικά» σε ένα κατακόκκινο βινίλιο.

Σε σημείωμά του, ο ίδιος παρατηρεί:

«Στο δίσκο μπορεί κανείς να βρει τις μουσικές που άκουσα στα διαλείμματα των θερινών σινεμά των παιδικών μου χρόνων, στους διαδρόμους των πρώτων πολυκατοικιών, σε σπίτια που γιόρταζαν κάτι, στις αναμεταδόσεις των παρελάσεων από το ραδιόφωνο. Μπορεί ακόμα να βρει την ατμόσφαιρα που υπήρχε διάχυτη τα χειμωνιάτικα απογεύματα με ήλιο στην Πανεπιστημίου έξω από το ΡΕΞ, στην ψηλοτάβανη εκείνη αίθουσα του Ιπποδρόμου του Δέλτα και στις ταινίες του Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ. Εγραψα ακόμα μουσική για πράγματα που συνέβησαν πριν γεννηθώ και για άλλα πολύ σημερινά. Δεν νοσταλγώ, δεν “βγάζω” μιαν εποχή, ούτε προσπαθώ να συντηρήσω πράγματα που χάθηκαν. Λέω τη γνώμη μου πάνω σε όσα, χρόνια τώρα, μου λέγανε».

Με την ίδια χαλαρή διάθεση αντιμετώπισε ακόμα και την επίθεση που δέχτηκε από τον πρωθυπουργό Γεώργιο Ράλλη, ο οποίος αποκαλώντας τον «Κελαηδόνη», τον στόλιζε με κατηγορίες ότι «διαφθείρει τη νεολαία».

Το 1972 έντυσε με μουσικές στίχους του Νίκου Γκάτσου για την «Κόκκινη κλωστή» (με ερμηνευτές τους Μ. Μητσιά- Δ. Γαλάνη), το 1976 χάρισε έναν ακόμα δίσκο στον Μανώλη Μητσιά («Περίπατος»), τη δεκαετία 1978- 1988 κυκλοφόρησε εξαίρετα προσωπικά άλμπουμ («Είμαι ένας φτωχός και μόνος καουμπόυ», «Ψυχραιμία παιδιά», «Χαμηλή πτήση», «Τραγούδια για κακά παιδιά»), έκλεισε στον δίσκο «Πάμε μαέστρο» τις καλύτερες στιγμές του από το Ελεύθερο Θέατρο, συμμετείχε στο «Ζήτω το ελληνικό τραγούδι» του Σαββόπουλου.

Ηταν την ίδια περίοδο που αποφάσισε να ταράξει τα νερά με ένα πάρτι.

Στις 25 Ιουλίου του 1983 γράφει ιστορία πάνω σε μια πλωτή εξέδρα της Βουλιαγμένης και αλλάζει ό,τι ξέραμε για τις συναυλίες σε γήπεδα και θέατρα.

Το ραδιόφωνο από μέρες προανήγγειλλε ότι ο Λουκιανός κι η παρέα του ετοιμάζουν στα νότια προάστια το ελληνικό Woodstock.

Και πράγματι, σχεδόν 100.000 άνθρωποι γέμισαν ασφυκτικά την περιοχή από νωρίς, οι ουρές των αυτοκινήτων που πάσχιζαν να φτάσουν σχηματίζονται ώς ψηλά τη Βουλιαγμένη και τη Συγγρού.

Από τη σκηνή δεν πέρασαν μόνο οι Διονύσης Σαββόπουλος, Μαργαρίτα Ζορμπαλά, Βαγγέλης Γερμανός, Γιώργος Νταλάρας, Αφροδίτη Μάνου, Μαντώ αλλά κι όλοι εκείνοι που έκαναν τις αναμνήσεις εκείνης της βραδιάς λάβαρο των πιο ανέμελων στιγμών τους.

Η βραδιά ηχογραφήθηκε κι αργότερα κυκλοφόρησε το περίφημο live από το «Πάρτυ στη Βουλιαγμένη».

Ενώ, ακριβώς δέκα χρόνια μετά (1993) κυκλοφορεί το διπλό άλμπουμ «Αχ! Πατρίδα μου γλυκειά» (με υπότιτλο «Το soundtrack μιας γιορτής που δεν θα ξαναγίνει πια») για να χωρέσει σε τέσσερις κατηγορίες («Παιδικά», «Καντάδες», «Ελαφρά ’40-’50», «Ρεμπέτικα») τα ακούσματα που θεωρούσε ότι καθόρισαν τη μουσική πορεία της Ελλάδας τα τελευταία 50 χρόνια.

Αν πάλι εμείς επιλέγαμε τι θα κρατήσουμε από εκείνον για πάντα, μάλλον θα καταλήγαμε στους στίχους – οδηγίες «Προς νέο συνθέτη»:

«Πρώτα βρίσκουμε τα λόγια μεγάλη προσοχή/ μια που κι άλλοι γράφουν χρόνια κι ίσως τα ’χουνε πει/ και σιγά-σιγά αρχίζεις να τους βάζεις μουσική/ που όλο κάτι να θυμίζει και να μην ξέρουμε τι/ Ενα τραγούδι, για να ‘ναι τραγούδι/ θέλει λόγια απλά/θέλει μουσική/ θέλει κάποιο μπλα-μπλα/ θέλει τέλος κι αρχή».

Μανώλης Μητσιάς

«Του χρωστάω τη μισή μου καριέρα»

«Τη μισή μου καριέρα τη χρωστάω στον Νίκο Γκάτσο και τον Δήμο Μούτση και την άλλη μισή στον Λουκιανό. Εφυγε μαζί του όλη μου η νιότη.

Συναντηθήκαμε το 1969. Τραγουδούσα με τη Σωτηρία Μπέλλου στις Τζιτζιφιές και ήρθε να με ακούσει.

Μου ζήτησε να βρεθούμε κι όντως πήγα στο σπίτι του στο Ψυχικό αλλά μετά έφυγα φαντάρος και λίγο χαθήκαμε.

Ενα πρωί, ενώ υπηρετώ στα Γιαννιτσά, τον βλέπω.

Εχει καταφτάσει μαζί με τον Τάκη Λαμπρόπουλο της Columbia με μια αγκαλιά γεμάτη δίσκους, δώρο προς τον διοικητή.

Ηθελαν με κάποιο τρόπο να μου εξασφαλίσουν άδειες προκειμένου να κατεβαίνω στην Αθήνα για να συμμετέχω στην παράσταση “Η πόλη μας”.

»Ο Λουκιανός έγραψε τα τραγούδια που με καθιέρωσαν στη συνείδηση του κόσμου.

Σχεδόν 47 χρόνια που τραγουδάω δεν έχει υπάρξει περίπτωση να ρωτήσω το κοινό “ποιο τραγούδι θέλει να ακούσει” και να μη βρεθεί ένας να μου φωνάξει, το “Μη χτυπάς”.

Αφήστε που τα περισσότερα γράμματα στη ζωή μου από θαυμαστές τα έχω πάρει για το “Αν αγαπιόμαστε τα δυο”.

Μου άρεσε που ήταν φευγάτος, ηθικός, με πολύ προσωπικό ύφος και λάτρης της αμερικάνικης κουλτούρας.

Θυμάμαι το 1981 τραγουδούσαμε στη “Διαγώνιο” με τον Μούτση, την Πρωτοψάλτη, τη Βιτάλη. Ολη την ώρα στα καμαρίνια συζητούσαμε για την Αμερική.

Εγώ είχα πάει, εκείνος την ονειρευόταν ασταμάτητα.

Με το που τελειώσαμε παραστάσεις, την επομένη πήρε το αεροπλάνο κι έκανε το ταξίδι της ζωής του».

Κώστας Τσιάνος

«Ο Γιώργος Θαλάσσης των παιδικών μας χρόνων»

«Τι να πω για τον Λουκιανό; Ταυτίστηκε με μια εποχή, με μια ομάδα ανθρώπων, μ’ ένα όνειρο. Πορευτήκαμε μαζί τα καλύτερά μας χρόνια, ζήσαμε τις ομορφότερες στιγμές όχι μόνο στο θέατρο αλλά και στη ζωή.

Τον πρωτογνώρισα νεαρό συνθέτη, στα πρώτα του βήματα, όταν το 1970 συνεργαστήκαμε στο Ελληνικό Χορόδραμα της Ραλλούς Μάνου για το ανέβασμα του πρώτου ελληνικού χοροδράματος, “Η πόλη μας”, σε λιμπρέτο της Κωστούλας Μητροπούλου.

Ο Λουκιανός έγραψε τη μουσική, εγώ πρωταγωνιστούσα. Αμέσως μετά τη χούντα, τότε που όλοι μιλούσαν για αποκέντρωση, εμείς το κάναμε πράξη.

Με την Αννα Βαγενά, τον Λουκιανό, τον άλλο μεγάλο απόντα Διαγόρα Χρονόπουλο και πολλούς ακόμα αγαπημένους συνεργάτες, ξεκινήσαμε την περιπέτεια του Θεσσαλικού Θεάτρου.

Καθόλου εύκολη απόφαση. Είχαμε ενθουσιασμό, κέφι, αλλά το εγχείρημα απαιτούσε μόχθο, σκληρή δουλειά, αφοσίωση.

Ηταν μια εποποιία εκείνη η περίοδος. Και ο Λουκιανός πάντα δίπλα, σε πάμπολλα έργα, να βάζει πλάτη όχι μόνο με τη μουσική του.

Του άρεσε να δουλεύει στη Λάρισα, χαιρόταν τη ζωή μας εκεί, το φαγητό, την παρέα. Ηταν οξύνους, φίλος καλός, άνθρωπος ευγενής, με ήθος, ανίκανος να προσβάλει οποιονδήποτε.

Η μουσική του μας ταξίδεψε στην παιδική μας ηλικία με τρόπο τρυφερό, ανεπανάληπτο.

Ταλαιπωρήθηκε πολύ με τα προβλήματα υγείας τα τελευταία χρόνια. Δεν του άξιζε. Ορφανεύουμε δυστυχώς.

Φεύγουν ολοένα άνθρωποι ανεκτίμητης αξίας, ο Σπύρος Ευαγγελάτος προ ημερών, τώρα ο Λουκιανός.

Ο Λούκυ, όπως τον λέγαμε, ήταν ο Γιώργος Θαλάσσης των παιδικών μας χρόνων. Αυτό το παιδί που ένιωθες ότι είναι με σένα, ότι έχει πίστη και θα νικήσει».

◾ Η σύζυγος του Λ. Κηλαηδόνη, Αννα Βαγενά εξέδωσε την ακόλουθη δήλωση:

«Ευχαριστούμε πολύ όλους τους γιατρούς, τις νοσηλεύτριες και τους νοσηλευτές που τον φρόντισαν σε όλες του τις νοσηλείες. Ευχαριστούμε όλους εσάς που τον αγαπήσατε και ξέρουμε ότι θα τον αγαπάτε για πάντα. Η τελετή θα γίνει σε στενό οικογενειακό κύκλο. Στη μνήμη του Λουκιανού όσοι θέλετε μπορείτε να καταθέσετε χρήματα στον λογαριασμό GR8501101130000011395450502 της Εθνικής Τράπεζας βοηθώντας μία αγαπημένη μας οικογένεια που το έχει ανάγκη».