Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Δεν απαιτείται ιδιαίτερα μεγάλος χώρος για να δημιουργήσουμε μια όμορφη γωνιά με αρωματικά φυτά και η περιποίησή τους θα ομορφύνει τον χρόνο μας, θα μας γεμίσει χαρά και ευωδιές.

Μπορούμε να δημιουργήσουμε έναν μικρό βοτανόκηπο, με διαφορετικά φυτά, είτε έχοντας σαν πρώτιστο κριτήριο την προτίμησή μας σε κάποια για το… παράστημά τους ή την ευωδιά τους, είτε σύμφωνα με τις ανάγκες μας στα μαγειρέματά μας.

Τα περισσότερα αρωματικά φυτά αγαπούν τον ήλιο και αυτός είναι ο κύριος παράγοντας για την καλή τους υγεία και ανάπτυξη.

Διαλέγουμε λοιπόν ένα προσήλιο μέρος στον κήπο, το μπαλκόνι ή ακόμη και στο εσωτερικό του σπιτιού μας -πάντα δίπλα σε ηλιόλουστο παράθυρο ή τζαμαρία-, όπου θα έχουμε άμεση πρόσβαση, για να μη βαριόμαστε να πάμε.

Το μόνο που χρειάζονται είναι τόσο πότισμα ώστε να μην ξεραίνεται το χώμα τους στη γλάστρα.

Η επιλογή των φυτών εξαρτάται από το κλίμα της περιοχής όπου ζούμε, ο μάραθος, π.χ, είναι φυτό που αντέχει στο ψύχος, η μαντζουράνα δεν έχει την ίδια αντοχή.

Οπότε, σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά τους, βρίσκουμε και τη θέση που τους ταιριάζει και τους παρέχουμε την απαραίτητη προστασία.

Καλό είναι ακόμη να δούμε την ταυτότητα του φυτού με το πλήρες όνομά του, που θα μας εξασφαλίζει και την ελληνική του καταγωγή.

Αν δεν τα φυτέψουμε στον κήπο και τα διατηρήσουμε σε γλάστρα, καλό είναι να δώσουμε μεγαλύτερη σημασία στο καλής ποιότητας χώμα.

Από αυτό τρέφονται και από την ποιότητά του εξαρτάται και η συχνότητα του ποτίσματος.

Οσο πιο πλούσιο σε θρεπτικά συστατικά το χώμα φύτευσης, τόσο κερδίζουμε σε κατανάλωση νερού, αφού χρειάζονται λιγότερα ποτίσματα.

Οσο πιο μικρές είναι οι γλάστρες που θα τα διατηρήσουμε τόσο συχνότερο πότισμα θα χρειάζονται τα φυτά, γεγονός που εντείνεται και από το υλικό της γλάστρας.

Οι πλαστικές και τσίγκινες γλάστρες θερμαίνονται ευκολότερα από μια πήλινη γλάστρα ή μια ξύλινη ζαρντινιέρα, ό,τι μέγεθος κι αν έχουν.

Αρωματικά φυτά στην κουζίνα μας

Για τον δικό μας βοτανόκηπο, διαλέξαμε έξι αρωματικά φυτά: βασιλικό, δενδρολίβανο, θυμάρι, μάραθο, μαντζουράνα και ρίγανη.

Για να τα γνωρίσουμε, ανατρέχοντας κυρίως στις σελίδες του βιβλίου «Αρωματικά και φαρμακευτικά φυτά» του γεωπόνου MSc, PhD, του Θεόδωρου Β. Κουτσού, από τις εκδόσεις Ζήτη, και του βιβλίου «Σύγχρονη πλήρης θεραπευτική με βότανα» του Ιγνάτιου Μ. Ζαχαρόπουλου, ειδικού γεωπόνου καθηγητή, των εκδόσεων Ψίχαλου.

Βασιλικός

Ocimum basilicum L., της οικογένειας Lamiaceae

Τόπος καταγωγής του θεωρείται η τροπική και υποτροπική ζώνη της Αφρικής και της Ασίας με πρώτο κέντρο εξάπλωσης την Ινδία.

Οι χριστιανοί το θεωρούν ευλογημένο φυτό, καθώς η ιερά παράδοση αναφέρει ότι η Αγ. Ελένη ανακάλυψε τον Τίμιο Σταυρό από το άρωμα του βασιλικού που φύτρωσε στο μέρος όπου ήταν θαμμένος, γι’ αυτό ονομάζεται και σταυρολούλουδο.

Το γένος Ocimum περιλαμβάνει πάνω από 50 είδη.

Η πλέον εμπορική ποικιλία είναι του ευρωπαϊκού χημειότυπου (γλυκός βασιλικός, πλατύφυλλος) που χαρακτηρίζεται από την περιεκτικότητα του αιθέριου ελαίου του σε λιναλοόλη και μεθυλοκαβικόλη.

Στην Ελλάδα απαντούν συχνά ποικιλίες που έχουν πολύ μικρά φύλλα (ελληνικός βασιλικός), άλλες που έχουν φύλλα και άνθη ή μόνον άνθη χρώματος σκούρου ιώδους (μαυρομίτικος, αγιορείτικος) και άλλες που έχουν φύλλα μεγάλα και σγουρά (σγουρός βασιλικός).

Η άριστη θερμοκρασία ανάπτυξης είναι 25 βαθμοί Κ. Ανέχεται υψηλές θερμοκρασίες εφόσον η ρίζα του είναι υγιής και έχει στη διάθεσή της επαρκή εδαφική υγρασία.

Σε θερμοκρασίες κάτω από 7 βαθμούς Κ παθαίνει σοκ. Πολλαπλασιάζεται κυρίως με σπόρο, που παράγεται σε αφθονία.

Η ποικιλία του πλατύφυλλου βασιλικού αναφέρεται μαζί με άλλα αρωματικά φυτά (μαϊντανός, άνηθος) ως λαχανικό, λόγω της ευρείας χρήσης του σε όλες τις κουζίνες του κόσμου.

Το αιθέριο έλαιο των διαφόρων ποικιλιών βασιλικού χρησιμοποιείται στην αρωματοθεραπεία και ως απωθητικό εντόμων.

Στην παραδοσιακή ιατρική βρίσκει πολλές χρήσεις ως φαρμακευτικό φυτό (πονοκέφαλοι, διάρροιες, δυσλειτουργία νεφρών κ.ά.), ενώ αναφέρεται ότι έχει καρδιοτονωτική δράση.

Βασιλικός με λάδι, σαν σαλάτα, είναι κατά της δυσκοιλιότητας.

Θυμάρι

Thymus vulgaris L., της οικογένειας Lamiaceae

Η λέξη thymus προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη θύμος που σημαίνει «θάρρος», ενώ η λέξη vulgaris στα λατινικά σημαίνει «κοινός».

Το όνομά του στα αγγλικά σημαίνει «θυμάρι των κήπων», επειδή είναι το πρώτο είδος θυμαριού που καλλιεργήθηκε στην Αγγλία πριν από τα μέσα του 16ου αιώνα.

Η ανθοφορία του, εφόσον υπάρχει υγρασία, διαρκεί όλη τη βλαστική περίοδο, από τα τέλη της άνοιξης έως τα μέσα του φθινοπώρου.

Η πλουσιότερη όμως ανθοφορία παρουσιάζεται σε δύο περιόδους, η μία τον Μάο και η άλλη τον Σεπτέμβριο.

Το γένος Thymus, εκτός από το θυμάρι το κοινό, αριθμεί περίπου 120 είδη, εκ των οποίων τα 24 αυτοφύονται τον ελλαδικό χώρο.

Καλλιεργείται σε όλα τα κλίματα. Αντέχει σε χαμηλές αλλά και υψηλές θερμοκρασίες, αναπτύσσεται όμως καλύτερα σε θερμοκρασίες 16-22 βαθμούς Κελσίου.

Δεν έχει ιδιαίτερες απαιτήσεις σε θρεπτικά στοιχεία, αντέχει και στην έλλειψη νερού, αλλά όταν του παρέχεται το αξιοποιεί πλήρως. Πολλαπλασιάζεται με σπόρο και παραφυάδες.

Ορισμένα είδη θυμαριού χρησιμοποιούνται ως καλλωπιστικά, κυρίως σε βραχόκηπους.

Η ξηρή και νωπή δρόγη του χρησιμοποιείται ευρύτατα στην μαγειρική όπως και η ρίγανη.

Η θυμόλη, που είναι κύριο συστατικό του αιθέριου ελαίου του, χρησιμοποιείται στην ιατρική ως ήπιο αντισηπτικό.

Χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα στη θεραπεία πληγών των τραυματιών του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, από όλες τις εμπλεκόμενες δυνάμεις.

Απολυμαντικό, κατευναστικό κατά του επίμονου βήχα, δροσίζει τον αέρα του δωματίου ενός αρρώστου ατόμου και βοηθά στον ύπνο.

Ολα τα είδη του γένους Thymus είναι και μελισσοτροφικά φυτά, ιδιαίτερα το «κεφαλωτό θυμάρι».

Ρίγανη η ελληνική

Origanum vulgare ssp hirtum, της οικογένειας Lamiaceae

To είδος οriganum vulgare ssp hirtum είναι διεθνώς γνωστό ως ελληνική ρίγανη, η οποία είναι ιθαγενές φυτό της χώρας μας.

Το όνομά της είναι σύνθετη λέξη και προέρχεται από τις λέξεις όρος (βουνό) και γάνος (λαμπρός, χαρά).

Το γένος οriganum περιλαμβάνει πολλά είδη, υποείδη και ποικιλίες που απαντούν σε σχεδόν όλες τις παραμεσόγειες χώρες της Ευρώπης και της Αφρικής αλλά και στις εύκρατες ζώνες της Ασίας και της Αμερικής.

Η ελληνική ρίγανη θεωρείται η καλύτερη του κόσμου, όχι μόνον όταν είναι αυτοφυής αλλά και όταν καλλιεργείται.

Η καλύτερη θερμοκρασία για την ανάπτυξή της είναι από 18-22 βαθμούς Κ.

Επιβιώνει και σε λίγο φως, αλλά για να δώσει καλή ποιότητα δρόγης, το φως είναι απαραίτητο.

Πολλαπλασιάζεται με τον ίδιο τρόπο όπως και η μαντζουράνα.

Το αιθέριο έλαιο της ρίγανης χρησιμοποιείται στα σιτηρέσια πουλερικών και χοίρων βιολογικής εκτροφής, αντικαθιστώντας την χρήση αντιβιοτικών.

Η δρόγη και κυρίως το αιθέριο έλαιό της έχουν αντιοξειδωτικές, αντιμυκητιακές και αντιβακτηριακές ιδιότητες, γι’ αυτό και χρησιμοποιούνται ως αβλαβή συντηρητικά.

Δρα κατά του άσθματος, της δυσμηνόρροιας, έχει λειτουργία αντισπασμωδική, εφιδρωτική, είναι κατάλληλη κατά της ατονίας του στομάχου και χρησιμοποιείται ακόμη και για την καταπολέμηση των χρόνιων ρευματισμών.

Η σατουρέγια (ορεινό θρούμπι), που είναι αυτοφυής της Μικράς Ασίας, θεωρείται ως η πραγματική ρίγανη.

Εχει παρεμφερές άρωμα και παρόμοιες χρήσεις. Φυσικά, χρησιμοποιείται σαν άρτυμα σε πολλά φαγητά.

Μάραθος

Foeniculum vulgare Mill. της οικογένειας Apiaceae

Ο μάραθος (στα αγγλικά fennel) είναι ιθαγενές φυτό των μεσογειακών χωρών.

Το ελληνικό όνομα μάραθος προέρχεται από τη λέξη μάραθρο που σημαίνει «γίνομαι λεπτός», ίσως επειδή κατά τον Μεσαίωνα χρησιμοποιήθηκε ως διαιτητικό για την απώλεια βάρους, καθώς πίστευαν πως η κατανάλωση σπόρων μάραθου περιόριζε την όρεξη.

Χρησιμοποιείται για τον αρωματισμό του ούζου αντί για γλυκάνισο, όντας φθηνότερος.

Η άριστη θερμοκρασία για την ανάπτυξή του είναι 18-25 βαθμοί Κ και τα όρια αντοχής του από 0- 40 βαθμούς Κ.

Οι απαιτήσεις του σε νερό είναι μέτριες και πολλαπλασιάζεται με σπόρο.

Η σπορά πρέπει να γίνει από αρχές Φεβρουαρίου μέχρι 10 Μαρτίου. Μπορεί να ξεπεράσει το 1 μέτρο σε ύψος.

Το αιθέριο έλαιο του μάραθου, που παράγεται κυρίως από τους σπόρους, είναι μία από τις κύριες πηγές ανηθόλης.

Χρησιμοποιείται ευρέως σε καλλυντικά, στην αρωματοποιία και τη βιομηχανία τροφίμων (σάλτσες αρωματικών ουσιών, ζαχαρώδη προϊόντα, αρτοποιία) και ποτών (ηδύποτα και διάφορα οινοπνευματώδη αποστάγματα).

Σαν φυτό μοιάζει με τον άνηθο και γι’ αυτό ταιριάζει σε συνταγές με κουκιά, αγκινάρες, ντολμάδες, ρύζι, κοχλιούς, κρέατα και ψάρια και σε χορτόπιτες.

Το αφέψημα μείγματος μάραθου και γλυκάνισου χρησιμοποιείται ως γαλακταγωγό και ήπιο ηρεμιστικό και οι σπόροι του είναι κατά των αερίων της κοιλιάς.

Συνήθης χρήση του γίνεται με αφέψημα, που είναι διουρητικό. Σαν έγχυμα συνδυασμένο με μέλι χρησιμοποιείται για τη βρογχική καταρροή.

Οι Κινέζοι και οι Ινδοί θεωρούσαν τον μάραθο αντίδοτο για τα δαγκώματα των φιδιών και των σκορπιών.

Δενδρολίβανο

Rosmarinus officinallis L., της οικογένειας Lamiaceae

Η ονομασία του είναι συνδυασμός των λέξεων δένδρο και λιβάνι, ενώ η λατινική του ονομασία σημαίνει ρόδο της θάλασσας.

Αλλη ονομασία του φυτού είναι διοσμαρίνι, ενώ στην Κύπρο είναι γνωστό ως λασμαρί.

Κέντρο καταγωγής του θεωρούνται οι μεσογειακές χώρες της Ν. Ευρώπης.

Ηταν γνωστό στους αρχαίους Αιγυπτίους, Ελληνες και Ρωμαίους, που το χρησιμοποιούσαν ως αρωματικό φυτό, αλλά και για τα στεφάνια των νικητών των αγώνων.

Ανθη μπορεί να δει κανείς σε μερικούς βλαστούς του σχεδόν όλο τον χρόνο.

Η γενική ανθοφορία του όμως γίνεται πολύ νωρίς την άνοιξη και μια δεύτερη, μικρότερης έντασης, αργά το φθινόπωρο.

Ευδοκιμεί σε θερμά και ψυχρά κλίματα, καθόσον αντέχει στις υψηλές θερμοκρασίες του καλοκαιριού αλλά και στις χαμηλές του χειμώνα.

Πολλαπλασιάζεται με μοσχεύματα, παραφυάδες και με σπόρο.

Τα φύλλα του χρησιμοποιούνται για την εξαγωγή αιθέριου ελαίου. Στη μαγειρική χρησιμοποιείται ως άρτυμα στο κρέας, αλλά και για διακόσμηση στο σερβίρισμα.

Βλαστάρια δενδρολίβανου στο κρασί δίνουν ποτό τονωτικό της καρδιάς, ενώ βρασμένο με κρασί καταπολεμά την αϋπνία.

Είναι φυτό κατάλληλο για τους νευρικούς πονοκεφάλους.Το αιθέριο έλαιό του διώχνει τον σκόρο.

Είναι ακόμη καλλωπιστικό λόγω της συνεχούς ανθοφορίας του αλλά και μελισσοτροφικό φυτό (το προτιμούν για βοσκή οι μέλισσες) κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού.

Μαντζουράνα

Origanum majorana L, της οικογένειας Lamiaceae

Η μαντζουράνα, ένα από τα πολλά είδη του γένους οriganum, αυτοφύεται σε χώρες της Ν. Ευρώπης και της Β. Αφρικής.

Στην Ελλάδα αυτοφύεται σε μεγάλη ποικιλία εδαφών και κλιμάτων, από παραθαλάσσιες έως ορεινές περιοχές στη νησιωτική και ηπειρωτική Ελλάδα.

Ανθίζει από τον Ιούνιο έως τον Σεπτέμβριο, ανάλογα με την περιοχή.

Σύμφωνα με ρωμαϊκό μύθο, η θεά Αφροδίτη έδωσε στη μαντζουράνα το άρωμά της για να θυμίζει στους θνητούς την ομορφιά της.

Η άριστη θερμοκρασία ανάπτυξής της είναι από 18-22 βαθμούς Κ. Χρειάζεται περισσότερα θρεπτικά στοιχεία από τη ρίγανη και είναι πιο απαιτητική σε νερό.

Πολλαπλασιάζεται με σπόρο, παραφυάδες ή με διαίρεση φυτών.

Χρησιμοποιείται στη μαγειρική ως καρύκευμα σε φαγητά (άρτυση κρεάτων, τυριών αλλά και γλυκών), σαλάτες, αρωματικά ξίδια.

Χρησιμοποιείται ακόμη στην αρωματοποιία και την ποτοποιία.

Αφεψήματα μαντζουράνας χρησιμοποιούνται ως τονωτικά, κατά της δυσπεψίας και των πονοκεφάλων.

Θεωρείται ευεργετική στην κυκλοφορία του αίματος. Επιπλέον, είναι διακοσμητικό και μελισσοκομικό φυτό.