«Πολλοί γνωρίζαν. Στον Αζίλακα. Στην Παναγία Γαλήνη. Στη Δροσιά. Κι όμως δεν βγάλαν τσιμουδιά. Εγώ δεν ήξερα τίποτα. Και τώρα η τάξη μου διαλύθηκε. Χωρίστηκε στη μέση. Οι μισοί θύτες, οι άλλοι μισοί θύματα», έτσι αρχίζει το καταληκτικό κεφάλαιο «Τέλος χρονιάς» της φιλολόγου Λίλας Τρουλινού.
Είναι ο απολογισμός μιας καθηγήτριας, καθώς τελειώνει ένα ακόμη εκπαιδευτικό έτος, σε κάποια χωριά της Κρήτης, υπαρκτά ή ανύπαρκτα δεν έχει σημασία.
Μετά τις μεταφράσεις φιλοσοφικών έργων (Νίτσε, Φουκό, Λεφέβρ κ.ά.) με τις οποίες έχει ασχοληθεί, η συγγραφέας εμφανίζεται στην πεζογραφία με τη νουβέλα Στον κάμπο στροβιλίζονται τ’ αγκάθια.
Στην αρχή νομίζει ο αναγνώστης ότι βρίσκεται μπροστά σε ένα ακόμη βιβλίο για τη μαθητική ατμόσφαιρα, τη διδακτική διαδικασία και τη μαθησιακή δράση.
Οσο όμως προχωρά ανακαλύπτει ότι το σχολικό περιβάλλον αποτελεί απλώς το πρόσχημα, το γνωστικό άλλοθι.
Μέσα από τον σχολικό μικρόκοσμο της επαρχίας θίγεται, με τρόπο συγκλονιστικό, το ακανθώδες θέμα του ρατσισμού και της ομοφοβίας, του μπούλινγκ και του αναβιωμένου στις μέρες μας εθνικισμού.
Φαίνεται ακόμη πόσο τα παιδιά αντιγράφουν και αναπαράγουν, με τον δικό τους πιο έξαλλο τρόπο, τις συμπεριφορές των μεγάλων.
Τα τραύματα της παιδικής ηλικίας, οι ευθύνες γονιών και δασκάλων, η κλειστή κοινωνία του αποκλεισμού βαραίνουν στην ενηλικίωση και την ωρίμανση ή την ισόβια ανωριμότητα του ανθρώπου.

Οι σχέσεις σχολείου-κοινωνίας είναι συχνά ανταγωνιστικές, αν όχι εχθρικές ή καχύποπτες.
Οι εξαιρέσεις φυσικά επιβεβαιώνουν τον κανόνα και όπου υπάρχουν κάνουν θαύματα.
Οι σκόρπιες προσπάθειες κάποιων «ταγμένων» εκπαιδευτικών δύσκολα αναχαιτίζουν τη συμφορά που ξέρει καλά να συγκαλύπτεται στα στάδια της επώασης.
Μια επιστάτρια, σε σχολείο που υπηρέτησα, κάθε φορά που έβλεπε τους γονείς να αναμιγνύονται ανεπίτρεπτα, έλεγε με τη λαϊκή της θυμοσοφία: «Φυλαχτείτε, έρχεται ο Σύλλογος Γονέων και Δαιμόνων».
Ο χρόνος της αφήγησης, στο βιβλίο της Λίλας Τρουλινού, μία ολόκληρη σχολική χρονιά, 2013-2014, τόσο κοντινός μας. Τόπος, όπως ήδη αναφέρθηκε, κάποια περιοχή στην Κρήτη.
Κεντρικά πρόσωπα οι δώδεκα μαθητές, που στη συνέχεια μένουν έντεκα, του τμήματος Α1, στο Γυμνάσιο Δροσιάς.
Στιγμές ζωής μιας καθηγήτριας, με ρομαντισμό και διάθεση «να αλλάξει τον κόσμο», που ξέρει γιατί διάλεξε αυτή τη δουλειά και πασχίζει να την υπηρετήσει με πάθος, ευαισθησία και γνώση.
Που προσπαθεί να αφουγκραστεί τις ιδιαιτερότητες και τις προσωπικές συνθήκες των παιδιών της∙ να ανιχνεύσει το πώς μπαίνουν και βγαίνουν ή χάνονται «στην επικράτεια της επιθυμίας»∙ που δεν διστάζει να προσγειώσει «τη γραμματική της φαντασίας» στην αδυσώπητη πραγματικότητα του νησιού.
Αποστάγματα εμπειριών, σ’ ένα δύσκολο παιχνίδι συνύπαρξης που απειλεί αλλά δεν πλήττει τη συνοχή.
Με λυρικότητα, χωρίς γλυκερούς συναισθηματισμούς, με πικρό σαρκασμό κάποτε, κρατά σωτήρια απόσταση από το βιωματικό υπόβαθρο της γραφής της.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει το ποικιλόμορφο, αιρετικό και διαταραγμένο νοηματικά υλικό που συνθέτει αυτό το με έμπνευση γραμμένο βιβλίο.
Καθαρώς αφηγηματικά μέρη, περιγραφές τοπίων και τόπων –με την οξύνοια του φυσιοδίφη και την αισθαντικότητα του καλλιτέχνη–, εκθέσεις μαθητών, γλωσσικές και παιδαγωγικές ασκήσεις, αστυνομικά γραφεία ανάκρισης και καφενεία του χωριού συνθέτουν ένα πολύχρωμο, σκληρό συχνά, μωσαϊκό.
Η Τρουλινού εκμεταλλεύεται λειτουργικά το σχήμα της επανάληψης και ως συνεκτικό του μύθου αλλά και ως συνδετικό του ενός κεφαλαίου με το άλλο.
Αποδίδει επίσης με οξεία παρατηρητικότητα τη συμπεριφορά και, κυρίως, τη γλώσσα της νεολαίας του καιρού μας με όρους διαδικτυακής κουλτούρας.
Κλίμα υπερρεαλισμού και συγκλονιστικά τοπία Αποκάλυψης συνυπάρχουν με σύγχρονα ρεαλιστικά συμφραζόμενα.
