Αύξηση κατά 1,6% των θεατών στους κινηματογράφους για το 2016 ανακοίνωσε το Ευρωπαϊκό Παρατηρητήριο του Οπτικοακουστικού Τομέα στο 67ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Βερολίνου, που διεξάγεται αυτές τις μέρες. Σημάδι θετικό, ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη ότι η αύξηση αυτή είναι η μεγαλύτερη από το 2004. Πόσω μάλλον όταν αφορά περισσότερο τις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, όπου οι επιπτώσεις της κρίσης είναι εντονότερες.
Πώς, στ’ αλήθεια, μπορεί να εξηγήσει κάποιος το γεγονός ότι περισσότεροι Νοτιοευρωπαίοι προτίμησαν την κοινωνικοποίηση που προσφέρει η κινηματογραφική μυσταγωγία απ’ ό,τι σε Γερμανία και Ηνωμένο Βασίλειο;
Οι αριθμοί υπονοούν τη δημιουργία χάσματος και στα… κινηματογραφικά: +7,5% στην Ισπανία, +5,4% στην Ιταλία, +3,6% στη Γαλλία και (ποιος το περίμενε;) +2,2% στην Ελλάδα, αλλά -13% στη Γερμανία και -2,1% στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Το γιατί συνέβη αυτό, μένει προς διερεύνηση. Ωστόσο, το πραγματικά ανησυχητικό στοιχείο αφορά το είδος των ταινιών που σημείωσαν τη μεγαλύτερη επιτυχία: πρόκειται για πολυδάπανες υπερπαραγωγές όπου η ανούσια «δράση» και οι εντυπωσιακές σκηνές περισσεύουν, αλλά το ουσιαστικό περιεχόμενο και η προαγωγή της κινηματογραφικής αισθητικής χωλαίνουν.
Είχα την τύχη να μεγαλώσω σε μια πόλη όπου οι κινηματογραφικές αίθουσες, χειμερινές και θερινές, αφθονούσαν και η Κινηματογραφική Λέσχη ήταν ιδιαίτερα ενεργός. Περασμένα μεγαλεία; Ισως. Το σίγουρο είναι πως στη θέση τους σήμερα υπάρχει μόνο ένα «μούλτιπλεξ», όπως αποκαλούνται οι πολλές μαζεμένες αίθουσες στην ιδιοκτησία ενός.
Ο χαρακτήρας πολλών της γενιάς μου διαμορφώθηκε και μέσα από την κινηματογραφική τέχνη, ευρωπαϊκή και παγκόσμια. Ενα παράθυρο στον κόσμο, για σπουδή και γνώση, που μας μετέφερε και μας εξοικείωνε με εικόνες, ήχους, αναζητήσεις, παραδόσεις προερχόμενες από τα πέρατα της γης στην κυριολεξία.
Ωστόσο, η ανάγνωση των προαναφερθέντων στατιστικών στοιχείων αποτελεί μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για αναστοχασμό και διερώτηση: Από τις ταινίες που είδαμε πέρσι, πόσες είναι ευρωπαϊκές, πόσες ασιατικές, πόσες αφρικανικές ή λατινοαμερικανικές; Πόσο πιο κοντά μας έφεραν οι ταινίες αυτές στις αντίστοιχες κουλτούρες, των οποίων είναι παράγωγα;
Ποιοι σκηνοθέτες διερεύνησαν νέες εκφραστικές ατραπούς και ανύψωσαν την κινηματογραφική τέχνη; Ποιοι ηθοποιοί μάς συνεπήραν με την ερμηνεία τους; Ποιες σκηνές χαράχτηκαν στη μνήμη μας, ποιες μας άλλαξαν, κατά ποιο τρόπο και γιατί;
Ανακαλώντας τις περιπτώσεις όπου βγαίνοντας από την κινηματογραφική αίθουσα νιώσαμε ότι αυτό που παρακολουθήσαμε μας έκανε καλύτερους, ίσως αυτό βοηθήσει στο να απαντηθούν όλα αυτά τα ερωτήματα.
* (Ph.D.)2, επίκουρος καθηγητής Ιατρικής Φυσικής Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης
