Ευκλείδης Τσακαλώτος και Πολ Τόμσεν, εκφράζουν εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις για την πορεία της ελληνικής οικονομίας την ίδια ώρα που παραμένει άγνωστο το πότε θα επιστρέψουν στην Αθήνα οι θεσμοί προκειμένου να ξαναμπεί στις ράγες το κλείσιμο της β’ αξιολόγησης του ελληνικού προγράμματος. «Καρφιά» του Έλληνα υπουργού Οικονομίας για τις προβλέψεις του Ταμείου. «Παράθυρο» γεφύρωσης του χάσματος για τα πρωτογενή πλεονάσματα από το διευθυντή του IMF.
«Η έκθεση δεν είναι δίκαιη σε αρκετούς τομείς»
Ο υπουργός Οικονομικών, Ευκλείδης Τσακαλώτος με αφορμή την έκθεση του ΔΝΤ, θεωρεί ότι οι προβλέψεις του δεν αντανακλούν την πραγματική εικόνα της ελληνικής οικονομίας και τις καλύτερες των προβλεπόμενων επιδόσεις που έχει επιτύχει η Ελλάδα στον δημοσιονομικό τομέα και στην ανάπτυξη.
Οι θέσεις του Ευ. Τσακαλώτου, έγιναν γνωστές στο Ταμείο, με την επιστολή που έστειλε ο Έλληνας υπουργός και ενσωματώνεται στην έκθεση του ΔΝΤ για την ελληνική οικονομία (άρθρο 4).
«Παρά τις ενδείξεις και την ανάλυση που παρουσιάσθηκε, παρατηρούμε ότι η έκθεση δεν είναι δίκαιη σε αρκετούς τομείς, ενώ πολλά από τα συμπεράσματά της δεν είναι συνεπή με τα πρόσφατα και καλά τεκμηριωμένα εμπειρικά στοιχεία», σημειώνει στην επιστολή του ο Ευ. Τσακαλώτος.
Ο υπουργός Οικονομικών σημειώνει ότι επακόλουθο «της παραπλανητικής παρουσίασης της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας» είναι ότι δεν λαμβάνονται υπόψη κατάλληλα τα αποτελέσματα των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στην Ανάλυση για τη Βιωσιμότητα του Χρέους (DSA)».
Όσον αφορά στις δημοσιονομικές εξελίξεις, ο Ευκλείδης Τσακαλώτος, τονίζει ότι «η δημοσιονομική επίδοση του 2015 και το δημοσιονομικό αποτέλεσμα του 2016 είναι σημαντικά καλύτερα από τις αρχικές εκτιμήσεις».
»Παρά τη σημαντική δημοσιονομική υπεραπόδοση, η ανάλυση (του ΔΝΤ) δεν προχωρά σε μία σημαντική αναθεώρηση των δημοσιονομικών πλεονασμάτων για το 2018 και μετά, παραμένοντας στο προβλεφθέν επίπεδο του 1,5%, παρά τα συντριπτικά στοιχεία για το αντίθετο», σημειώνει.
Τέλος, σχετικά με την αναφορά που γίνεται στην έκθεση για την ανάγκη ενός φιλικού προς την ανάπτυξη μείγματος πολιτικής, ο υπουργός αναφέρει ότι «παρουσιάζονται ανεπαρκή ή παραπλανητικά στοιχεία σχετικά με την επίδραση του σημερινού μείγματος πολιτικής και τα αποτελέσματα του προτεινόμενου νέου μείγματος».
»Αν και συμφωνούμε ότι η φορολογική βάση πρέπει να διευρυνθεί, αυτό θα πρέπει να γίνει με την αύξηση της φορολογικής συμμόρφωσης και όχι με τη μείωση του αφορολόγητου», υπογραμμίζει ο υπουργός.
Ο «σκληρός» και… αποκαλυπτικός κ. Τόμσεν
Στον αντίποδα, ο διευθυντής Ευρωπαϊκών Υποθέσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου Πολ Τόμσεν, επιμένει πως η Ελλάδα πρέπει να προχωρήσει σε «επώδυνες πολιτικά και κοινωνικά μεταρρυθμίσεις» προκειμένου να κατορθώσει να επιστρέψει στο «δρόμο της διατηρήσιμης ανάπτυξης».
Παρουσιάζοντας την έκθεση του ΔΝΤ στη διάρκεια τηλεδιάσκεψης, ο Π. Τόμσεν υποστήριξε ότι η Ελλάδα θα πρέπει να μειώσει συντάξεις καθώς και το αφορολόγητο όριο σε μισθωτούς και συνταξιούχους προκειμένου να διαμορφωθεί ένα κλίμα φιλικό στην ανάπτυξη.
Παραδέχθηκε ότι υπήρξαν διαφωνίες μεταξύ των στελεχών του ΔΝΤ κατά τη συζήτηση της συγκεκριμένης έκθεσης στο Διοικητικό Συμβούλιο του Ταμείου και αναγνώρισε ότι έχει γίνει πρόοδος και σύγκλιση των Ευρωπαίων με τις θέσεις του Ταμείου σε ό,τι αφορά τις προϋποθέσεις βιωσιμότητας του χρέους.
Στο σημείο αυτό, το υψηλόβαθμο στέλεχος του ΔΝΤ αποκαλύπτει πως οι «Ευρωπαίοι δέχθηκαν να μειωθούν τα χρόνια που η Ελλάδα θα πρέπει να διατηρήσει υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα στον προϋπολογισμό της».
Ωστόσο, υπογραμμίζει ότι στο ζήτημα της βιωσιμότητας του χρέους παραμένουν διαφορές, καθώς το Ταμείο επιμένει ότι πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% δεν μπορεί να διατηρηθεί για πολλά χρόνια.
Ο Π. Τομσεν επανέλαβε ότι η Ελλάδα δεν χρειάζεται να λάβει πρόσθετα μέτρα λιτότητας, ισχυρίστηκε όμως πως είναι αναγκαίο να προχωρήσει σε δύσκολες μεταρρυθμίσεις οι οποίες θα της επιτρέψουν να επιτύχει μία πιο δίκαιη κατανομή των κοινωνικών δαπανών, δημιουργώντας ένα πιο φιλικό πλαίσιο για την ανάπτυξη της οικονομίας και πως η χώρα μας δεν θα καταφέρει να μπει σε αναπτυξιακή τροχιά αν δεν προχωρήσει μία γενναία ρύθμιση του χρέους, προκειμένου αυτό να καταστεί διαχειρίσιμο – βιώσιμο.
