Επειτα από 10 συνεχή έτη στην εξουσία (2008-2018) -το μεγαλύτερο διάστημα στην ιστορία του Εκουαδόρ- ο πρόεδρος της χώρας Ραφαέλ Κορέα εγκαταλείπει [προς το παρόν(;)] την πολιτική για να ασχοληθεί με την οικογένειά του.
Ετσι, δεν πρόκειται να λάβει μέρος στις εκλογές του Φεβρουαρίου.
Αν ο Ούγκο Τσάβες της Βενεζουέλας υπήρξε η ενέργεια των κυβερνήσεων του «σοσιαλισμού του 21ου αιώνα» -όπως ονομάστηκαν- και ο Νέστορας Κίρχνερ της Αργεντινής η στρατηγική σκέψη, ο Ραφαέλ Κορέα ήταν ο θεωρητικός.
Παιδί φτωχής οικογένειας, σπούδασε με μεγάλες προσπάθειες και θυσίες Οικονομικά στην πατρίδα του, στη Γαλλία και τις ΗΠΑ.
Από την πρώτη στιγμή έθεσε στόχο της ζωής του να αλλάξει τη χώρα του, απαλλάσσοντάς την από τα δύο μεγαλύτερα δεινά που την ταλαιπωρούσαν: την «κομματοκρατία» και την οικονομική ολιγαρχία.
Ενας πολύ χαρισματικός ηγέτης, με έντονο όμως συγκρουσιακό χαρακτήρα, αφήνει σήμερα διχασμένο τον λαό της χώρας του όσον αφορά την αποτίμηση της «χαμένης» για τους μεν, «κερδισμένης» για τους δε περασμένης δεκαετίας.
Κατά τη διάρκεια της πρώτης προεδρικής του θητείας το 2008 άλλαξε τον συνταγματικό χάρτη της χώρας μέσω δημοψηφίσματος.
Επανεξελέγη δύο φορές: τo 2009 και το 2013.
Στις 30 Σεπτεμβρίου 2010 ο Κορέα αντιμετώπισε μία εξέγερση της αστυνομίας που θεωρήθηκε πραξικόπημα.
Τον κράτησαν σε ένα νοσοκομείο, όμως η λαϊκή εξέγερση ανάγκασε τους στασιαστές να τον αφήσουν ελεύθερο και το ίδιο βράδυ επέστρεψε στο προεδρικό μέγαρο και κατέστειλε το πραξικόπημα.
Τον Απρίλιο του 2016 η χώρα αντιμετώπισε μία από τις μεγαλύτερες φυσικές καταστροφές στην ιστορία της: ένας σεισμός της κλίμακας 7,8 Ρίχτερ έκανε τεράστιες καταστροφές στις τουριστικές περιοχές του Μαναμπί και Εσμεράλντα αφήνοντας 673 νεκρούς 12.000 τραυματίες και τεράστιες ζημιές στις υποδομές της περιοχής.
Η αντίδραση του Κορέα υπήρξε άμεση: διασφάλισε σε 6 μήνες επενδύσεις 800 εκατ. δολαρίων, την αποκατάσταση των βασικών υπηρεσιών και την επανεκκίνηση της τοπικής οικονομίας.
Στα θετικά σημεία που αναφέρουν οι οπαδοί του είναι η μέση ετήσια ανάπτυξη 3,5% που βίωσε η χώρα κατά την περασμένη δεκαετία -ρυθμοί που φαντάζουν φαντασιακοί για την Ελλάδα.
Επίσης οι επενδύσεις σε δημόσια έργα -δρόμους, θερμοηλεκτρικούς σταθμούς και αεροδρόμια- καθώς και πάνω απ’ όλα οι επενδύσεις στην Υγεία και στην Παιδεία.
Οι ασφαλισμένοι στο δημόσιο σύστημα υγείας τριπλασιάστηκαν, 11 νέα νοσοκομεία χτίστηκαν καθώς και 51 Κέντρα Υγείας.
Το σύστημα δημόσιας υγείας από 9 γιατρούς που απασχολούσε ανά 10.000 κατοίκους έφτασε να απασχολεί 20.
«Δεν υπάρχει αμφιβολία -δήλωνε η διευθύντρια του Παναμερικανικού Οργανισμού Υγείας Καρίζα Ετιέν- ότι η πρόοδος που έχει κάνει το Εκουαδόρ στον τομέα της Υγείας είναι εντυπωσιακή».
Ανάλογες είναι και οι επιδόσεις στον τομέα της Παιδείας. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας δημιουργήθηκαν 70 νέα πειραματικά σχολεία («Σχολεία της Χιλιετίας»), εγκαθιδρύθηκε η δωρεάν παιδεία καθώς και το φαγητό στα σχολεία.
Συνολικά το κράτος επένδυσε 22 δισ. δολάρια στην Παιδεία κατά τη διάρκεια αυτής της εποχής.
Να προσθέσω ότι παράλληλα υπήρξε άνθηση της ιδιωτικής παιδείας, ιδιαίτερα της πανεπιστημιακής.
Σε αντίθεση με την Ελλάδα, η ιδιωτική τριτοβάθμια εκπαίδευση είναι καθολικά αποδεκτή στη Λατινική Αμερική ακόμα και στα πιο «σκληρά» αριστερά καθεστώτα.
Τέλος, εντυπωσιακές υπήρξαν οι επιδόσεις στην αντιμετώπιση της φτώχειας.
Από 37% που ήσαν οι φτωχοί το 2007 μειώθηκαν στο 27% σήμερα.
Υπολογίζεται ότι κατά τη διάρκεια της δεκαετίας 3 εκατομμύρια άτομα ξέφυγαν από τη φτώχεια, σύμφωνα με στοιχεία των Η.Ε.
«Μέσα σε μία δεκαετία -αναφέρει ο ιστορικός Χουάν Παζ Μινιόζ- περάσαμε από το να είμαστε μια χώρα όπου τα πάντα είναι αδύνατα σε μια χώρα όπου τα όνειρα υλοποιούνται, από μια χώρα που ήταν η χειρότερη σε πολλούς τομείς στη Λατινική Αμερική σε μια χώρα που είναι η καλύτερη».
Ομως όπως επισημαίνουν οι επικριτές, όλα αυτά συνέβησαν λόγω των υψηλών τιμών του πετρελαίου που επικρατούσαν την περασμένη δεκαετία.
Σήμερα που οι τιμές του πετρελαίου έχουν καταρρεύσει επικρατεί ύφεση, η ανεργία έχει εκτοξευτεί στο 5,2% και το εξωτερικό χρέος στο 35% του ΑΕΠ (το Σύνταγμα της χώρας απαγορεύει χρέος υψηλότερο του 40%).
«H αναμφίβολη δημοτικότητα του προέδρου -αναφέρει ο πανεπιστημιακός Ντάνιελ Μοντάλβο- συνοδεύτηκε από αύξηση των δημοσίων δαπανών από 22% του ΑΕΠ στο 45%».
Ομως οι περισσότερες κριτικές επικεντρώνονται στις υπερεξουσίες που έχει συγκεντρώσει ο πρόεδρος και τους περιορισμούς που υφίστανται στην ελευθερία της έκφρασης.
Στο στόχαστρο των επικριτών βρίσκονται ιδιαίτερα οι νόμοι και οι συνταγματικές διατάξεις που θεωρείται ότι περιορίζουν την ελευθερία των ΜΜΕ.
Ιδιαίτερα αμφιλεγόμενο είναι το συνταγματικό άρθρο που θεωρεί την «κοινωνική επικοινωνία» (μέσω ιδιωτικών και δημόσιων ΜΜΕ) «δημόσιο αγαθό» και δίνει στο κράτος το δικαίωμα να παρεμβαίνει ώστε να διασφαλίζει την ποιότητα και προσβασιμότητα αυτού του αγαθού μέσω ελέγχων και ρυθμίσεων.
«Η ελευθερία της έκφρασης -αναφέρει ο καθηγητής Κοινωνιολογίας Σαντιάγκο Μπασάμπε- έχει περιοριστεί όχι μόνο στο επίπεδο των ΜΜΕ αλλά και στο επίπεδο των ατόμων που δημοσιοποιούν τις απόψεις τους, όπως διάφορες κοινωνικές οργανώσεις και επαγγελματικά σωματεία που βλέπουν να έχει πληγεί η δυνατότητά τους να εκφράζονται ελεύθερα».
Η ειρωνεία πάντως για ένα επαναστατικό καθεστώς του «σοσιαλισμού του 21ου αιώνα» ίσως είναι ότι σε τελική ανάλυση το μεγαλύτερο επίτευγμά του δεν είναι οι επαναστατικές αλλαγές αλλά η σταθερότητα που έφερε στη χώρα.
Οπως αναφέρει η (φιλοκυβερνητική) El Tiempo:
«Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας της κυβέρνησης Κορέα επεστράφη στους κατοίκους της χώρας κάτι που είχαν απολέσει με την επάνοδο της δημοκρατίας: η σταθερότητα, η πολυπόθητη σταθερότητα».
