Το σιδερένιο ρολόι-ποδήλατο με τον ήπιο ήχο τικ-τακ, τικ-τακ που υπήρχε στο δωμάτιο δεν την ενοχλούσε, το είχε συνηθίσει και, όταν τελείωνε η μπαταρία του, κάτι έλειπε από την ησυχία του χώρου, κάτι αποσυντόνιζε τον ρυθμό της ζωής, όπως κυλούσε, δευτερόλεπτο το δευτερόλεπτο, λεπτό το λεπτό, ώρα την ώρα.
Στο χέρι δεν φορούσε ποτέ. Τι να το κάνει;
Στην κουζίνα υπήρχαν δύο: ένα τοίχου, χαριτωμένο και χρωματιστό, και ένα στην ηλεκτρική κουζίνα. Τα ρύθμιζε ταυτόχρονα, αλλά πάντα αυτό της κουζίνας κάτι έχανε σε λεπτά – ίσως να έφταιγαν οι στιγμιαίες διακοπές ρεύματος…
Το άλλο, το ρολόι του αυτοκινήτου, «έτρεχε» λίγα λεπτά μπροστά πάντα. Το διόρθωνε τουλάχιστον δύο φορές τον χρόνο, με την αλλαγή της ώρας, άνοιξη και φθινόπωρο, και όποτε άλλοτε το θυμόταν.
Δεν επέμενε πολύ σ’ αυτό: σε μια μεγάλη κυκλοφοριακή συμφόρηση τα λίγα λεπτά μπροστά ήταν ανακούφιση, μια παρηγοριά ότι, εντάξει, έχω ώρα, αυτό έτσι κι αλλιώς πάει μπροστά, δεν θα αργήσω τόσο πολύ.
Ανά τακτά διαστήματα και οι ραδιοφωνικοί σταθμοί ανάγγελλαν: η ώρα είναι 10 – η ώρα είναι έντεκα – η ώρα είναι δώδεκα. Ουφ! Ασε το τραγούδι να τελειώσει, άνθρωπέ μου. Τι θα χάσεις αν πεις ένα λεπτό αργότερα ότι είναι δώδεκα και ένα;
Υστερα στους σταθμούς του ηλεκτρικού και του μετρό η μέτρηση των στιγμών γινόταν ηλεκτρονικά: τόσα λεπτά για τον επόμενο συρμό, τόσα για τον μεθεπόμενο. Τα άλλα, τα μεγάλα στρογγυλά παραδοσιακά ρολόγια έτρεχαν γύρω από τον κεντρικό τους άξονα με τους ωροδείκτες και τους λεπτοδείκτες να κινούνται όπως έχει προγραμματιστεί.
Μα πώς γινόταν μερικές φορές και οι λεπτοδείκτες έφταναν στην επόμενη γραμμούλα πιο γρήγορα από το υψηλής τεχνολογίας ηλεκτρονικό αδελφάκι τους; Καθυστέρηση συρμού, βέβαια, και οι εγκέφαλοι που ελέγχουν την κυκλοφορία «έκλεβαν» στο μέτρημα.
Τρία λεπτά παρακάτω πήγαινε ο παραδοσιακός δείκτης, σταθερός στη θέση του ο ηλεκτρονικός. Χμ… Μας κοροϊδεύουν…
Εβγαινε στον σταθμό προορισμού και κοίταζε πάλι τον δυνάστη: τόσα λεπτά απομένουν έως τον τελικό προορισμό, έως το ραντεβού, τη δουλειά, τη διασκέδαση, το σπίτι. Πόσο θα αργούσε; Θα έφτανε εγκαίρως;
Κι ύστερα άνοιγε τον υπολογιστή. Ακόμη ένα ρολόι περίμενε εκεί, κάτω δεξιά στην οθόνη με μικρούς ψηφιακούς χαρακτήρες. Επιανε δουλειά και οι στιγμές κυλούσαν σαν νερό. Οχι πως το καταλάβαινε, το έβλεπε την ώρα που ένιωθε ότι το μυαλό άλλο να λειτουργήσει δεν μπορούσε, στραμπουλισμένο από τις πληροφορίες και το φως της αμείλικτης οθόνης.
Ενα μικρό διάλειμμα και ένα τηλεφώνημα. Διάρκεια τηλεφωνήματος 2 λεπτά και 26 δευτερόλεπτα έγραφε στην οθόνη του τηλεφώνου. Ο λόγος; Η οικονομία ίσως -ο χρόνος ομιλίας είναι χρήμα- ή η διαστροφή του κατασκευαστή, ποιος ξέρει;
Κάποια στιγμή αποφάσισε να μετρήσει την ακρίβεια όλων αυτών των ρολογιών. Πόσος χρόνος κυλούσε ανάμεσά τους, ποιο ήταν το σωστό, τέλος πάντων, να βρει μια χρυσή τομή, έναν μπούσουλα για να μπορεί να οργανώνεται. Οχι, τα ρολόγια του μετρό και του δρόμου, το ήξερε, ήταν αδύνατο με αυτά να βρει άκρη.
Αλλά τουλάχιστον αυτά του σπιτιού και του αυτοκινήτου ήταν στο χέρι της.
Τα ρύθμισε όλα μαζί, με τη βοήθεια ενός φίλου, που γέλαγε με το εγχείρημα: «Δεν πας καλά», έλεγε, «η μόνη λύση είναι να έχεις ένα και να συμβουλεύεσαι μόνο αυτό».
Πού να του εξηγεί… Πώς να εξηγήσεις σε κάποιον ότι το 24ωρο είναι μικρό για να ζήσεις, να δουλέψεις, να ξεκουραστείς.
Για ένα -πολύ μικρό- διάστημα όλα δούλεψαν στην εντέλεια. Σχεδόν ιδανικός συγχρονισμός, ούτε μπροστά ούτε πίσω, ούτε κλέψιμο ούτε τρέξιμο.
Μέχρι που ένα πρωί, ένα κρύο χειμωνιάτικο πρωί, ξύπνησε χωρίς να νιώθει τόση κούραση στα πόδια, με μάτια να μην καίνε και χέρια να μη μουδιάζουν. Κοίταξε το ρολόι όλο απορία, μα πώς κατάφερε να προλάβει το ξυπνητήρι;
Δεν το είχε προλάβει. Είχε παρακοιμηθεί. Το μηχάνημα του διαβόλου δεν χτύπησε ποτέ – ή μήπως δεν το άκουσε ποτέ;
