Ο καθηγητής φιλοσοφίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και ποιητής Δημήτρης Λαμπρέλλης (Αθήνα, 1958) συγκεντρώνει τα Ποιήματά του (1982-2016) στις δραστήριες εκδόσεις Ρώμη.
Μακριά από στιλιστικές ορθοδοξίες που χάνουν τις πηγές του αυθόρμητου συναισθήματος και με δηλωμένη τη σαχτουρική αγάπη του (βλ. και τη μελέτη του: «Χριστούγεννα στην ποίηση του Μίλτου Σαχτούρη», Ικαρος, 2008), ο Λαμπρέλλης ως ποιητής κινείται σε προ- και μετα-λογικά μονοπάτια. Δηλαδή, συνδυάζει την προλογική αίσθηση με τον στοχασμό και διαλεκτικά δομεί τα ηχοποίητα καλλιτεχνικά μορφώματά του.
Ο ρυθμός, σε συνδυασμό με την ιδιότυπα αναγνωρίσιμη εικονοποιία του, όχι μόνο δένει τα παραπάνω λειτουργικά αλλά και συγκρατεί εν γένει τα ποιήματά του. Ενα δείγμα: «Τώρα / η νύχτα γέρνει / ο τρόμος τρέμει / και στο τραπέζι εμπρός / −για δέστε πώς− / τον κύκνο τον σφαγμένο / τον γδέρνει ο γιατρός» («Ο θάνατος του κύκνου», Στοιχηματίζοντας με το σκοτάδι).
Εχουμε να κάνουμε με έναν ρυθμό −και με μια χρήση της μεταφοράς− που ενώ άλλοτε ελέγχει και άλλοτε ελευθερώνει τη φυσικότητα του ήχου, τελικώς επιστρέφει στον ίδιο του τον εαυτό, εκτελώντας μια κυκλική ή σπειροειδή κίνηση προς την ίδια τη γλώσσα.
Μια μορφοποιημένη αισθητικά γλώσσα που όχι μόνο δείχνει την ασυνέχεια της σκέψης και της δράσης, αλλά με έναν μυθο-ποιητικό τρόπο πλαγιοκοπεί το άλεκτο. Παραδίδοντάς μας τελικά μια «μετα-εξπρεσιονιστική» ποίηση που με το «ιδιόηχο» του ακουστικού της πλέγματος ακονίζει την αίσθησή μας για το φευγαλέο του κόσμου και δημιουργεί χώρο για να αναπτυχθεί και να εκτονωθεί το παράλογο της ύπαρξης.
Ο ποιητής βέβαια κρατά μόνο ένα μέρος του εξπρεσιονισμού και ρέποντας προς το άμορφο και το ακραίο διατηρεί το αίτημα της λύτρωσης και το όραμά του. Κατεβαίνοντας στα βάθη του εαυτού και στις πηγές του «νοητού» και του «ψυχικού» με τρόπο εκστατικό, ως ποιητής-μύστης.
Οπου και συναντούμε χρώματα χωρίς ονομασία, εικόνες χωρίς εξήγηση, ουσιαστικά χωρίς επίθετα και παλλόμενα −συχνά σκοτεινά− τοπία. Ολα ρυθμικά κανονισμένα.
Υπενθυμίζοντάς μας αυτό που ξέρουν οι ζωγράφοι: πως ένας κύκλος λευκός σε μαύρο φόντο κάνει μεγαλύτερη εντύπωση από έναν μαύρο κύκλο σε φόντο λευκό. Και ακολουθώντας αυτή την «αρχή», με τη μετα-σαχτουρική στοχαστική-ποιητική του άρθρωση και με την αρχαία ελληνική μυθολογία επίσης παρούσα, μας παραδίδει ένα συνεκτικό ποιητικό σώμα.
Ο θεωρητικός της μετάφρασης στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο και ποιητής Γιώργος Κεντρωτής (Μολάοι Λακωνίας, 1958), κάτοχος του βραβείου μετάφρασης ποίησης «Αρης Αλεξάνδρου», μας παραδίδει 72 «Ορίτζιναλ» (πρωτότυπα ποιήματα) και 72 «Μαϊμούδες» (αντιγραφές από ξένους ποιητές).
Ακολουθώντας όχι μόνο το μότο του Εμπειρίκου, «τώρα που ο κόσμος, έστω και αμυδρά αρχίζει να καταλαβαίνει», αλλά και τον τόνο του. Εναν τόνο υψωμένο πάνω και μέσα στα πράγματα, που καλεί σε μια ποίηση που λειτουργεί πρωτίστως ως γλώσσα μέσα σε γλώσσα. Εκεί όπου το νόημα υπηρετεί ως «χαμάλης των ήχων» και οι ιδέες ως «απεικονίσεις κουτουρού κατ’ όγκον» ακολουθούν τις «φωνητές υπνοβασίες των φθόγγων».
«Αργοί ρυθμοί, βραδύσυρτοι», στίχοι ως «νέρινα ερπετά» και ως λαιμοί που τεντώνονται μας προτρέπουν να διαβάσουμε φωναχτά αυτά τα ποιήματα-παρτιτούρες, να αφεθούμε στη ροή και στη δυναμική των λέξεων, ως μουσική, να βιώσουμε με τα ποιήματα την πτηνότητα των ποιητών (κατά τον «Ιωνα» του Πλάτωνα).
Και ως πτηνά, ως «μανδαρίνοι των εσπερίδων ασπιρίνη», να απολαύσουμε τη γλώσσα, που παφλάζει ως γλώσσα και μας ανεβοκατεβάζει άλλοτε ως κύμα και άλλοτε περιβρέχει τα ακροδάχτυλά μας ή και μας ταΐζει στις απότομες καταβυθίσεις μας. Ή με τα λόγια του ποιητή: «οι νεκροί / ανίστανται ως θηλιές σε ρωγοβύζι // εγγονοπούλειο που ανυπερθέτως / ορέγονται στο φουλ τα πρίμα-μπάσα».
Πρόκειται για έναν poeta doctus, για έναν διευθυντή ορχήστρας, για ένα πρώτο τρομπόνι, ποδοσφαιριστή που από το inspire του «Le poète est celui qui inspire bien…» (P. Eluard) περνά στο «Ενσπείρει σπίρτα στους ολκούς της λύρας» και άρα η μια λέξη γεννά την επόμενη και έτσι τα ποιήματα αποκαλύπτονται όχι ως χειροποίητα («Χειρ Εποίει») αλλά ως ηχοποίητα.
Αν μάλιστα ο Εγγονόπουλος ζωγραφίζει την «Ελεωνόρα» χρησιμοποιώντας ψαρόκολλα ανάκατη με περιδέραια και ιδεογράμματα, ο Κεντρωτής ζωγραφίζει την «οδαλίσκη του Νταλί με ωμέγα από μπροστά και με δυο όμικρα μικρά από πίσω», θυμίζοντας την περισπωμένη του Ντίνου Χριστιανόπουλου: «Μην καταργείτε την υπογεγραμμένη ιδίως κάτω από το ωμέγα, είναι κρίμα να εκλείψει η πιο μικρή ασέλγεια του αλφαβήτου μας».
Από τα ποιήματα περνούν οι Κακναβάτος, Καρυωτάκης, Λίκος και ακούγεται ο Φιλύρας, αλλά αυτοί που οργανικά ξεχωρίζουν είναι οι πρώτοι των υπερρεαλιστών μας, οι Εγγονόπουλος και Εμπειρίκος, οι οποίοι δίνουν ζωντανοί τη σκυτάλη-πυροτέχνημα στον ποιητή-μεταφραστή, που με τη σειρά του, με ένα άλμα στον σολωμικό του τάπητα −με ένα κάθετο κατοστάρι μετ’ εμποδίων− εκτοξεύεται.
Αποφεύγοντας τα «κοινότοπα τροπόρια» που «εψάλλονταν» με τον μετωνυμικό του λόγο που σπάνια διατηρεί τη νοηματική του ακολουθία και συνοχή, μας δίνει ποιήματα όπως το «Χ: Ζοζεφίν» και επιτίθεται επαναληπτικά «σε απόκρημνα ουράνια» με ποιήματα εποπτικής ευστροφίας για μια μακρά συντροφιά.
Τελικώς, με «τ’ άρωμα της τέχνης του −συνισταμένη ορμών και μόχθων, άλγεβρα αναπεπταμένη− σαν ίρις τοξωνόταν», που ενώ απευθύνεται στον ποδοσφαιριστή Γιώργο Σιδέρη, τον «πρώτο μπαλαδόρο στου προλεταριάτου το ποδομπαλέτο», περιγράφει τον εαυτό του.
