Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Παρά το συγκρουσιακό κλίμα που προκλήθηκε με πρωτοβουλία του ίδιου του αρχιεπισκόπου Ιερώνυμου, χθες η Ιεραρχία ψήφισε συντριπτικά υπέρ της συνέχισης του διαλόγου με την Πολιτεία για το μάθημα των θρησκευτικών.

Την ίδια στιγμή, η κυβέρνηση προσεκτικά μεν αλλά σαφώς διαψεύδει τον αρχιεπίσκοπο για τα περί διαλόγου από μηδενική βάση που δήθεν επιβεβαιώνονται από πρακτικά της συνάντησης με τον πρωθυπουργό και τον τέως υπουργό Παιδείας, Νίκο Φίλη, τον περασμένο Οκτώβριο.

«Η θέση της κυβέρνησης σε ό,τι αφορά το συγκεκριμένο ζήτημα έχει εκφραστεί από τον τότε και τον νυν αρμόδιο υπουργό αλλά και τον ίδιο τον πρωθυπουργό σε σχετική παρέμβασή του στη Βουλή» δήλωσε χθες ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Δημήτρης Τζανακόπουλος, καλύπτοντας έτσι ξεκάθαρα και τον κ. Φίλη, ενώ επισήμανε ότι με την ολοκλήρωση του εποικοδομητικού διαλόγου των δύο πλευρών, το αρμόδιο ΙΕΠ θα λάβει τις τελικές αποφάσεις για την αλλαγή των προγραμμάτων σπουδών.

Που το πήγαινε;

Το ερώτημα, όμως, παραμένει αναπάντητο.

Γιατί ο αρχιεπίσκοπος ανακίνησε το θέμα των θρησκευτικών, παραμονή της συνεδρίασης της Ολομέλειας της Ιεραρχίας, με ολομέτωπη επίθεση σε κυβέρνηση και Νίκο Φίλη και χωρίς πρόθεση να αποδείξει επαρκώς τα λεγόμενά του;

Πρόκειται, άραγε, για άλλη μια ακροβασία του κ. Ιερώνυμου προκειμένου να κρατήσει υπό έλεγχο το ακροδεξιό τμήμα της Συνόδου και κατ’ επέκταση τις ισορροπίες στην Ιεραρχία σε μια δύσκολη περίοδο με μια ακόμα πιο δύσκολη ατζέντα εσωτερικών συγκρούσεων;

Στην ημερήσια διάταξη, χθες, συμπεριλαμβανόταν το επίσης καυτό θέμα του διαλόγου με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία, αλλά αναβλήθηκε.

Μήπως είναι απλώς μια προσπάθεια εντυπωσιασμού ενόψει των αλλαγών στα προγράμματα σπουδών που έχουν ήδη αρχίσει να πραγματοποιούνται ή τελικά πρόκειται για μια δεύτερη «θυσία» του Νίκου Φίλη προς εξυπηρέτηση όλων των προηγούμενων αλλά και άλλων πιθανών στόχων;

Οσοι γνωρίζουν καλά τις ισορροπίες εντός Ιεραρχίας αλλά και το ευρύτερο πολιτικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται δεν θα διαφωνήσουν με καμία από τις πιθανές αυτές εξηγήσεις.

Το παιχνίδι με τη φωτιά δεν είναι καινούργιο στο πεδίο της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Εξού και το παράδοξο, σε πρώτη ανάγνωση τουλάχιστον, ο αρχιεπίσκοπος να επιμένει στη διχαστική άποψή του, αλλά και να χαίρεται για την απόφαση της Συνόδου σχετικά με τη συνέχιση του διαλόγου.

«Ακούσθηκαν πολλές απόψεις και καταλήξαμε ότι πρέπει να συνεχιστεί ο διάλογος με την Πολιτεία πάνω σε βασικά σημεία που δεν είναι καινούργια», τόνισε, χθες, μετά τη συντριπτική ψήφιση της πρότασης: σε σύνολο 62 ψηφισάντων οι 57 μητροπολίτες τάχθηκαν υπέρ της συνεργασίας.

Προβαίνοντας, δε, σε νέα διατύπωση για το «κομβικό σημείο» της υπόθεσης, επισήμανε:

«Ο διάλογος θα ξεκινήσει με αρχή και κομβικό σημείο τη συνάντηση που έγινε στο Μαξίμου στις 5 Οκτωβρίου, που έδωσε και την κατεύθυνση ο ίδιος ο Πρωθυπουργός και συμφωνήσαμε να σχηματισθούν αυτές οι επιτροπές που θα κάνουν και τη συζήτηση.(…) Θα αρχίσει ο διάλογος και πιστεύουμε ότι θα πάει καλά. Περιμένουμε να καταλήξουμε σε αυτό που όλοι θέλουμε, σε συνεργασία με την Πολιτεία, στο κείμενο που θα γίνει το νέο βιβλίο για τα παιδιά μας στα σχολεία».

Οταν, όμως, ρωτήθηκε για τον κ. Φίλη και το περιεχόμενο της επίμαχης συζήτησης, δήλωσε:

«Εγώ τον αγαπώ τον κ. Φίλη, δεν έχω κάτι για το οποίο να αντιμάχομαι και δεν θα πω τίποτε που να υπερασπιστώ τον εαυτό μου. Παραπέμπω τον κ. Φίλη και εσάς σε όσους ήταν παρόντες στη συνάντηση – και δεν ήταν λίγοι. Ηταν ο πρωθυπουργός, ο κ. Καμμένος, η κ. Γεροβασίλη, οι τρεις ιεράρχες και ο νομικός σύμβουλος. Να κάνουμε όλοι λάθος; Ψάξτε να δούμε πού είναι η αλήθεια».

Δύο παρατηρήσεις

Επειδή τέτοιες δημόσιες παρεμβάσεις δεν είναι τυχαίες, σκόπιμο είναι να επισημανθούν δύο σημεία:

α) Τόσο η κυβέρνηση όσο και ο αρχιεπίσκοπος υπονόησαν ότι η συνεργασία αφορά τα προγράμματα σπουδών και όχι το βιβλίο, που ανήκει σε δεύτερη φάση (από τον Σεπτέμβριο, όπως έχει αποκαλύψει η «Εφ.Συν.», θα εφαρμοστεί το νέο πρόγραμμα που προβλέπει έναν «φάκελο» με το βιβλίο και αρκετό συμπληρωματικό υλικό).

β) Ο αρχιεπίσκοπος επιτέθηκε στον τέως υπουργό κ. Φίλη αλλά όχι στον νυν υπουργό, του οποίου έπλεξε το εγκώμιο.

Ισως αυτή η διάκριση στα πρόσωπα ερμηνεύει την προσπάθεια να γεφυρώσει τα αγεφύρωτα.

Κατά πολλούς, το ζήτημα των θρησκευτικών αποτελεί για την ομάδα των ακραίων μοχλό για την ανατροπή του αρχιεπισκόπου, η οποία επιχειρείται σε κάθε ευκαιρία, όπως το καλοκαίρι με το κίνημα κατά της απαλλαγής από τα θρησκευτικά, που οδήγησε τον κ. Ιερώνυμο στην πρωτοβουλία για τη συνάντηση με τον πρωθυπουργό.

Στην ατζέντα, δε, της ίδιας ομάδας βρίσκεται και το ζήτημα της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, το οποίο δεν το αναγνωρίζουν καν, ενώ οι σχέσεις τους με το Πατριαρχείο δεν είναι καλές καθώς ήδη έχουν λάβει προειδοποίηση για το ενδεχόμενο της κήρυξής τους ως «ακοινώνητων».

Δεν είναι περισσότεροι από 10 στο σύνολο των 82 μελών της Συνόδου.

Ωστόσο, μαζί με ομάδες εξωκληρικές (ακόμα και ενώσεις θεολόγων) επιτυγχάνουν εντάσεις οι οποίες, σύμφωνα με τους καλά γνωρίζοντες, αφορούν και εμπλέκουν ακόμα περισσότερες ομάδες εντός και εκτός της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Ο καθηγητής Χρ. Σταμούλης στην «Εφ.Συν.»

«Η ευθύνη για την εκπαίδευση ανήκει μόνο στην Πολιτεία»

Η Ιερά Σύνοδος αποφάσισε χθες να μη λήξει εδώ ένας διάλογος στον οποίο ο ρόλος της πρέπει να είναι καθαρά συμβουλευτικός και όχι παρεμβατικός, επισημαίνει στην «Εφ.Συν.» ο καθηγητής του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ, Χρυσόστομος Σταμούλης.

«Η ευθύνη για την εκπαίδευση, τόσο τη δημόσια όσο και την ιδιωτική, ανήκει μόνο στην Πολιτεία. Ο ρόλος της Εκκλησίας, αν και όχι ρυθμιστικός, είναι ιδιαίτερα σημαντικός ως τμήμα μιας γόνιμης συζήτησης. Το σημερινό (σ.σ. χθεσινό) ανακοινωθέν της Ιεράς Συνόδου φαίνεται να είναι στη σωστή κατεύθυνση. Το μάθημα των θρησκευτικών θα πρέπει να παραμείνει υποχρεωτικό, να ακολουθεί την ορθόδοξη κατεύθυνση και να μην αλλάξει όνομα. Αυτά αποτελούν σταθερές απόψεις του Τμήματος Θεολογίας, τις οποίες φαίνεται να σέβεται και η απόφαση της Ιεράς Συνόδου».

Συγχρόνως, ο κ. Σταμούλης κρίνει ως ιδιαιτέρως σημαντική τη σαφή αποδοχή εκ μέρους της Ιεραρχίας των αλλαγών ως προς την πολυπολιτισμικότητα της κοινωνίας μας.

«Ζούμε σε μια κοινωνία με διαφορετικά χαρακτηριστικά σε σχέση με το παρελθόν. Η ανθρωπογεωγραφία του τόπου μας έχει αλλάξει από τις δεκαετίες του ’60 και του ’70 και ο εκσυγχρονισμός της διδασκαλίας των θρησκευτικών θα πρέπει να κινηθεί στην κατεύθυνση της αφομοίωσης των αλλαγών αυτών».

Ρ.Χ.