Θα σταθώ αυτήν τη φορά στην παράσταση του «Γενικού Γραμματέα» της Πειραματικής, γιατί θα ήθελα να προβάλω -έστω και ετεροχρονισμένα- μια σημαντική ποιότητά της, ίσως όχι τόσο φανερή όσο οι υπόλοιπες.
Αν αληθινά θέλουμε να δούμε την πρόταση της Σοφίας Μαραθάκη και της ομάδας «ATONAλ» ενταγμένη στο πλαίσιο της Πειραματικής Σκηνής, οφείλουμε να εντοπίσουμε κάτι περισσότερο από τη μεγαλύτερη ή μικρότερη επιτυχία του αποτελέσματος –κάποιον διάλογο που να επιχειρείται με το υλικό, το περιεχόμενο και τη φόρμα της κωμωδίας του Ηλία Καπετανάκη. Και με βάση αυτό να προχωρήσουμε στην κρίση μας.
Στην αρχή είναι βέβαια η ίδια η επιλογή του έργου που βάζει στην πρόταση ένα κάποιο κριτήριο πειραματισμού. Δεν πρόκειται ασφαλώς για ακόμη μια παρουσίαση του «Γενικού Γραμματέα», αλλά για κριτικό ανέβασμά του με άξονα το θέμα της ταυτότητας.
Πράγματι, ένα από τα σοβαρότερα θέματα με τα οποία καταπιάνεται το νεανικό μας θέατρο είναι (ξανά) το θέμα της παράδοσης. Τα έργα που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο εμφανίζουν τη φουστανέλα από την καλή και την ανάποδη ολοένα κι αυξάνονται. Κι αν δεν είναι αυτό μόδα, είναι αίτημα των καιρών, ανάγκη επανεξέτασης των θεμελίων μας, τώρα που το οικοδόμημα τρίζει.
Επειτα είναι το ύφος της παράστασης, ας πούμε, η φόρμα της. Εδώ μας περιμένει όλους μια έκπληξη: η παράσταση φέρνει στον νου αόριστα κάτι από την προγενέστερη γενιά διερεύνησης της σκηνικής ιθαγένειας. Για να γίνω πιο σαφής, στην προσέγγιση της Μαραθάκη βλέπω βήματα σαν εκείνα που κάποτε ακολούθησε, ας πούμε, ο Σπύρος Ευαγγελάτος. Γιατί;…
Γιατί μία από τις παρακαταθήκες που άφησε πίσω του ο Ευαγγελάτος λέει πάνω-κάτω πως όταν ένα αυθεντικό ελληνικό έργο, όπως ο «Γενικός Γραμματέας», μοιάζει στη σκηνή «γέρικο», δεν φταίει πάντα το έργο -μπορεί εξίσου να φταίει η σκηνή. Πιθανόν να χρειάζεται για το παλιό κείμενο ένα νέο θέατρο, γεμάτο ζωή και νιάτα, που θα ξυπνήσει την κοιμισμένη ιθαγένεια και θα κουρδίσει ξανά το οργανάκι.
Ε, λοιπόν, ο «Γενικός Γραμματέας» της Πειραματικής ξεκινάει από αυτήν ακριβώς τη θέση. Είναι μια πρόταση που οπισθοχωρεί για λίγο από τα συμφραζόμενα του μεταμοντέρνου, για να ακουμπήσει σε κατακτημένα μετόπισθεν και να λάβει από εκεί σοφία και φόρα.
Στο τέλος βρίσκεται το περιεχόμενο. Αυτό που καταγγέλλει ο «Γενικός» από τη μεριά του δεν μοιάζει δυστυχώς ξεπερασμένο, ειδικά όπως παρουσιάζει τη διαφθορά και την ξενομανία σαν νοοτροπία και όχι σαν επιχείρημα. Είναι μια καλογραμμένη κι αληθινά γενναία κωμωδία, στομωμένη ωστόσο κάπως από τη διάχυτη συγγένεια που αναγνωρίζουμε στα ελαττώματα της φυλής, τη συμπάθεια για καμώματα που ούτε να αποτρέψουμε μπορούμε ούτε και να καταπιούμε.
Ο,τι και να λέμε ο απίθανος Ρωμιός, που θέλει να γίνει Γενικός Γραμματέας και θα τα καταφέρει, όσο κι αν έχει στηλιτευτεί, δεν έχει αντιμετωπιστεί ακόμα από το θέατρό μας σαν ξένο σώμα: «νιώθεται» σε όλες τις παραστάσεις του.
Ουσιαστικά το ζήτημα βρίσκεται εδώ: αυτή η γενιά θέλει να διερευνήσει την «ιθαγένεια» με κριτική και -γιατί όχι;- αρνητική διάθεση. Είναι η πρώτη που δεν συμβιβάζεται εύκολα με τον πατριώτη, πρόγονο, γνωστό και κουμπάρο.
Εδώ βρίσκεται η κρυμμένη ποιότητα της παράστασης της Πειραματικής. Από εκεί και πέρα το να ανεβάσεις Καπετανάκη και να τον κάνεις να μυρίζει θέατρο (όχι με εκζήτηση ίδια με εκείνη που ο ίδιος καταγγέλλει…) φανερώνει τουλάχιστον σοβαρότητα. Πιθανόν ο θίασος να εμφανίζει κάποιες ανισότητες, να μην έχει τη δύναμη να κεντρίζει πάντα το ενδιαφέρον.
Κι αν αληθεύει αυτό, είναι κάτι δευτερεύον. Η συνολική επιτυχία προσωπικά με κάνει να επαίρομαι για τη νέα γενιά καλλιτεχνών. Και δεν το κρύβω, με ανακουφίζει κιόλας…. Γιατί κι εμένα με τρώει κάπου κάπου η αμφιβολία αν πίσω από όλες τις μάσκες του μεταμοντέρνου, την άρνηση της αρνήσεως και την αισθητική της μη αισθητικής, αν, λέω, ζητούσε κανείς από τους νέους να… -θα τα κατάφερναν;…
Αν θα τα κατάφερναν, λέει! Η παράσταση της Μαραθάκη δεν απαντά μόνο στο ερώτημα – αποστομώνει. Πρόκειται για θέατρο που διατρέχει τη σκηνή απ’ άκρη σ’ άκρη και μάλιστα πατινάρει με χάρη πάνω στην επιφάνεια της κωμωδίας (αυτό κι αν θυμίζει Ευαγγελάτο!).
Από το βοντβίλ και το κωμειδύλλιο στη φάρσα, στο θέατρο κούκλας, στον Φασουλή και τον Καραγκιόζη, στο θέατρο του παραλόγου και, τέλος, στην τελευταία πια σκηνή, στο μεταμοντέρνο: Λεονάρδος Μπατής, Ρένα Κυπριώτη και η ίδια η Σοφία Μαραθάκη, Μιχάλης Βαλάσογλου, Λήδα Κουτσοδασκάλου, Κωνσταντίνος Παπαθεοδώρου, Φωτεινή Παπαχριστοπούλου, Γιώργος Σύρμας, Δημήτρης Τσιγκριμάνης και Νικόλας Χανακούλας.
Πόσοι δεν παρατήρησαν την άψογη συνεργασία της σκηνοθέτριας με τη δραματουργό Ελένη Τριανταφυλλοπούλου, τον μουσικό Χαράλαμπο Γωγιό (η παράσταση έχει μουσικό μέρος εκτενέστερο του πρωτότυπου), τον σκηνογράφο Κωνσταντίνο Ζαμάνη (είδα την εγκατάστασή του σαν άρμα της ιθαγένειας στους χρόνους) και τη Βασιλική Σύρμα στα όμορφα κουστούμια;
Από όλους μαζί το έργο παραδίδεται σαν μέσα σε ένα αφελές περιτύλιγμα, σε ένα παιδικό «μουσικό κουτί»… Κι όμως, όταν ανοίγεις το καπάκι, πετάγεται από μέσα ο Μπρεχτ. Αυτή είναι τελικά η παράσταση: αλληγορικά αθώα όταν παίζεται σε πρώτο πρόσωπο, καυστικά πολιτική όταν παιχτεί σε τρίτο.
Τουλάχιστον μέχρι την τελευταία σκηνή. Τότε, όπως είπαμε, το πράγμα γυρνά ξαφνικά στην αισθητική του μεταμοντέρνου, στη δύναμή του να φανερώνει την κρυμμένη μελαγχολία και αμηχανία των καιρών. Με αυτόν τον επίλογο η Μαραθάκη ξεπροβοδίζει το έργο από το 1893 και τη χρεοκοπία του Τρικούπη στη δική μας χρεοκοπία. Ο δικός της «Γενικός Γραμματέας» καταλήγει σε εμάς τραυματικός και σκοτεινός, κατά μία άποψη αληθινά «μοιραίος».
