Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τα εισιτήρια για το Μέγαρο Μουσικής είχαν εξαντληθεί προ πολλού και το βράδυ της συναυλίας η μεγάλη αίθουσα ήταν ασφυκτικά γεμάτη πολλή ώρα πριν από την έναρξη. Εβδομάδες νωρίτερα, είχε προηγηθεί οργανωμένη προβολή με διαφημίσεις και συνεντεύξεις.

Η αθρόα συρροή κόσμου θύμισε παλαιές ημέρες δόξας, τότε που μετακαλούνταν κορυφαίες δυτικοευρωπαϊκές ορχήστρες και διάσημοι αρχιμουσικοί. Την εντύπωση αυτή ενίσχυσε στο έπακρον το αναντίστοιχα ενθουσιώδες, παρατεταμένο, παραληρηματικής έντασης χειροκρότημα του ακροατηρίου μετά το τέλος της συναυλίας.

Οπως διαπιστώσαμε όσοι παρακολουθούμε τακτικά εκδηλώσεις κλασικής μουσικής, το τεράστιο, ατυπικό κοινό που κινητοποίησε η συναυλία του ρωσικού συμφωνικού συνόλου «MusicAeterna» υπό τον Θεόδωρο Κουρεντζή εκτεινόταν πολύ πέραν των τακτικών φιλόμουσων (7/3/2017). Οχι πως υπάρχει κάτι κακό σε αυτό: το αντίθετο μάλιστα!

Ηταν σαφές, επίσης, πως όλοι αυτοί ήρθαν πρωτίστως για να δουν τον Ελληνα αρχιμουσικό από τον Βύρωνα, τον ψηλόλιγνο καλλιτέχνη με το επιτηδευμένα αντισυμβατικό image που φιγουράρει σε εξώφυλλα μουσικών περιοδικών και δίνει προκλητικές συνεντεύξεις.

Αραγε οι ίδιοι θα συνέρρεαν μαζικά στη συναυλία κάποιας καλής επαρχιακής κεντροευρωπαϊκής ορχήστρας, ανάλογης αυτής του Περμ, υπό τον Κωνσταντίνο Καρύδη ή τον Βασίλη Χριστόπουλο; Μοιραία και αναμενόμενα, λοιπόν, η συναυλία υπήρξε το καλλιτεχνικό -ένθεν και κοσμικό!- γεγονός της εβδομάδας.

Το πρόγραμμα περιελάμβανε το «Κοντσέρτο για βιολί, στη μνήμη ενός αγγέλου» του Μπεργκ και τη «Συμφωνία αρ.1, Τιτάν» του Μάλερ. Οι εκτελέσεις ήσαν τεχνικά άψογες, αλλά ερμηνευτικά βεβιασμένες, ακραία και περιττά επιτηδευμένες. Ομως, πώς διατυπώνεται ουσιαστική κριτική σε μια συναυλία τέτοιας απήχησης;

Πώς αποκωδικοποιείται στο συγκεκριμένο ελληνικό εδώ-και-τώρα η απήχηση ενός αρχιμουσικού κλασικής μουσικής, ο οποίος διαχειρίζεται τη δημόσια εικόνα του και τη μουσική με όρους rock star; Κατεδαφίζεις την ευχαρίστηση και τον ενθουσιασμό του πλήθους;

Μπορεί να υπάρξει συζήτηση επί της ουσίας; Ας δώσουν απαντήσεις οι φιλόσοφοι και όσοι μελετούν το ολισθηρό πεδίο των αμφίδρομων ωσμώσεων και επικαιρικών σχέσεων ανάμεσα σε παραστατικές τέχνες, ιδιωτική ψυχολογία, κοινωνία και πολιτική.

Ο Κουρεντζής έχει φτιάξει μιαν αξιοζήλευτα καλή ορχήστρα, αποτελούμενη από άριστα εκπαιδευμένους νέους Ρώσους μουσικούς/σολίστες, που τον ακολουθούν πρόθυμα, με ζήλο, προσήλωση και αυτοθυσία σε κάθε του άποψη.

Ο ίδιος διαθέτει ασυζητητί τη βαθιά μουσική αντίληψη, την τεχνική επάρκεια και βέβαια την εξουσία και τον χρόνο να διαπλάθει τις ερμηνείες του όπως ακριβώς θεωρεί σωστό. Το εκάστοτε αποτέλεσμα, είτε «ζωντανό» είτε σε ηχογραφήσεις, μαρτυρά αυτό ακριβώς. Η -ήδη καταγραμμένη- κριτική είναι διαφορετική υπόθεση.

Καθώς ο Ελληνας αρχιμουσικός σκηνοθετεί τα πάντα, από την υπερκινητική χορογραφία του στο πόντιουμ έως τις συνεντεύξεις του, συνόδεψε την είσοδο της βιολίστριας στη σκηνή με το «Νανούρισμα» του Μπραμς ως νανούρισμα θανάτου….

Πλήρως και αβίαστα συγκλίνουσα προς τη δική του –ας την πούμε αποδομητική- άποψη, η ακραίας ευαισθησίας ερμηνεία της ταλαντούχας βιολίστριας Πατρίτσια Κοπατσίνσκαγια αντιμετώπισε το «Κοντσέρτο στη μνήμη ενός αγγέλου» ως διαδοχή επεισοδίων, όπου η μανιεριστική υπερανάλυση και οι ακραίες αντιθέσεις ταχυτήτων (υπερβολικά αργά, υπερβολικά γρήγορα) και δυναμικής (πολύ σιγά, πολύ δυνατά) τελικά (δι)έλυαν τον μουσικό ειρμό δημιουργώντας ένα ακρόαμα υπνοβατικού χαρακτήρα.

Αντίστοιχα κομματιασμένος σε αφηγηματικώς αποσυσχετισμένα επεισόδια ήχησε ο «Τιτάνας» του Μάλερ.

Προσπερνώντας ή αγνοώντας το δεσπόζον στοιχείο της πολυεπίπεδης μουσικής δραματουργίας, ο Κουρεντζής ανέπτυσσε συστηματικά τις ενδιάμεσες παραγράφους/περάσματα ως αυτόνομα, μανιεριστικώς εκφραστικά επεισόδια, ενώ ώθησε απολύτως στα άκρα τις κορυφώσεις διαπλάθοντας ένα ακρόαμα με εκκωφαντικές δυναμικές, παραμορφωτικά βίαιες ταχύτητες και υπερτονισμένης τραχύτητας φραστική.

Ολοκληρώνοντας τη συναυλία, Κουρεντζής και MusicAeterna πρόσφεραν εκτός προγράμματος τον «Χορό των επτά πέπλων» του Ρίχαρντ Στράους.

Τελικά το να παίζεις τον Μπεργκ αποδομημένα σαν να ήταν Σνίτκε ή μετασοβιετικός Καντσέλι και τον Μάλερ βάναυσα σαν Προκόφιεφ του σοσιαλιστικού ρεαλισμού συνιστά και αυτό άποψη˙ είτε ειλικρινή είτε σχεδιασμένα αιρετική, δεν έχει σημασία.

Σημασία έχει ότι στρεβλώνει τη μουσική και τα κυρίαρχα συμφραζόμενά της –αισθητικά, στιλιστικά, νοηματικά, εξωμουσικά- δίχως να προσφέρει τίποτε ουσιαστικό πέραν μιας αβαθούς απήχησης σε όσους δεν είναι και, πιθανότατα, ουδέποτε θα γίνουν φίλοι της κλασικής μουσικής.