Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Είχα ξεχάσει το κινητό στο σπίτι. Η διαπίστωση με «χτύπησε» αφού ήμουν ήδη αρκετά μακριά. Πήγαινα στην παρουσίαση της συλλογής διηγημάτων του Δημήτρη Λέντζου, με τον λαχταριστό τίτλο «Σοκολατάκια Μαργαρίτα».

Το στενάχωρο συναίσθημα, ότι ξαφνικά είχα αποκοπεί από τη «μαγική» συσκευή, όπου θα μπορούσαν να με βρουν οι δικοί μου, οι φίλοι και οι συνεργάτες, μ’ έκανε πραγματικά να ανησυχώ, αν και ήξερα ότι πριν φύγω είχα κατά κάποιο τρόπο «ενημερώσει» για το πού θα είμαι. Παρ’ όλα αυτά, το ότι δεν είχα το κινητό μαζί μου μ’ έκανε να αισθάνομαι ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, ενώ αρκετές ήταν οι φορές που λόγω συνήθειας το χέρι μου αναζήτησε το περίγραμμά του στην τσέπη μου.

Οι ήρωες των διηγημάτων του Δημήτρη Λέντζου ζουν κυρίως στην επαρχία. Σε μια επαρχία την εποχή που δεν είχε ακόμα αλωθεί από την τεχνολογία και την ηλεκτρονική επικοινωνία. Η καθημερινότητά τους ορίζεται μόνο από την προσωπική -στην κυριολεξία- επαφή. Οι άνθρωποι αλληλεπιδρούν σωματικά, με τη φυσική τους παρουσία. Με τη γεύση, με το βλέμμα, με το τραγούδι, με τον χορό, με την κουβέντα, με τα συναισθήματα, με τη ζωή και με τον θάνατο.

«Ο μπαρμπα-Φώτης μπήκε κουκουλωμένος στο καφενείο με τη σκούφια του βαθιά μέχρι τα μάτια και τα γένια του άγρια, που μέσα τους φαίνονταν τα μαυροκίτρινα χείλια του, το αναμμένο τσιγάρο του, που η καύτρα κόντευε να του κάψει τα χείλια. Τότε το καπνίζαμε το τσιγάρο μέχρι το τέλος, και για οικονομία και για γλύκα, γιατί εκεί στο τέλος μαζευότανε όλη η νικοτίνη κι η πίσσα», διαβάζει η υπέροχη ηθοποιός Ουρανία Μπασλή. Δίπλα της ο ηθοποιός Παναγιώτης Σπηλιόπουλος δίνει κι αυτός φωνή στους ήρωες των διηγημάτων.

Ψάχνω πάλι το κινητό για να τραβήξω μια φωτογραφία. Δεν μπορώ να μη διαπιστώσω ότι ανάλογη εξάρτηση με αυτή του τσιγάρου μοιάζει να είναι και η έλλειψη του κινητού. Ναι, μου λείπει η «έξυπνη» συσκευή μου. Με ένα απλό πάτημα του κουμπιού η αίσθηση της μοναξιάς εξαφανίζεται. Εξαφανίζεται; Οχι. Προσωρινά μόνο αισθάνεσαι μέλος μιας μεγάλης ομάδας.

Εχω διαβεβαιώσει κι εγώ πολλές φορές τον εαυτό μου ότι έχω βάλει όρια μεταξύ του πραγματικού και του εικονικού. Απόψε δεν είμαι και πολύ σίγουρη. Η ώρα περνά. Η επαφή και η αλληλεπίδραση με γνωστούς και αγνώστους με κάνει να σταματώ να σκέφτομαι τον «κινητό» μου κόσμο.

Τον κόσμο που ζει στο διαδίκτυο και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και τον μεταφέρω παντού μαζί μου εγκλωβισμένο σε μία συσκευή. Παρατηρώ με περισσότερη προσοχή τους ανθρώπους, τον χώρο, την εκδήλωση.

Στον δρόμο της επιστροφής, με τα «Σοκολατάκια Μαργαρίτα» στο χέρι, θυμήθηκα μια άλλη εποχή, όχι πολλά χρόνια πριν, που περπατούσαμε στους δρόμους χωρίς να έχουμε την ευκολία να αποτυπώσουμε φωτογραφικά τις όμορφες και τις άσχημες εικόνες που συναντούσαμε. Με τις αισθήσεις μας σε εγρήγορση, απορροφούσαμε μέσα μας τη στιγμή, συνδέοντάς την με ένα σωρό άλλες παραμέτρους της ημέρας.

Από την άλλη όμως σκέφτομαι και όλες τις ωραίες εικόνες που μοιράζονται μαζί μου εκατοντάδες άνθρωποι στο διαδίκτυο -μερικές φορές πραγματικά έργα τέχνης- και μου επιτρέπουν να ταξιδεύω και να ονειρεύομαι. «Κάπου θα υπάρχει μια χρυσή τομή», λέω πριν μπω στο τρένο. Οι επιβάτες, εκτός ελαχίστων περιπτώσεων, είναι σκυμμένοι, υπνωτισμένοι σχεδόν, στη μικρή οθόνη του κινητού τους.

Το βρήκα να με περιμένει πάνω στο τραπέζι. Ο χρόνος που πέρασε ήταν μόλις δυόμισι ώρες. Πραγματικά πίστευα ότι ήταν πολύ περισσότερος. Είδα ότι είχα 0 κλήσεις, 5 μηνύματα από διαδικτυακές επαφές, 18 ειδοποιήσεις για δραστηριότητες.

Κοίταξα δίπλα του το βιβλίο με τα «Σοκολατάκια Μαργαρίτα». Το άνοιξα κι άρχισα να το διαβάζω. Κι όπως συμβαίνει με όλα τα νόστιμα, το ένα ακολούθησε το άλλο κι ούτε κατάλαβα πώς τελείωσαν οχτώ λαχταριστά διηγήματα. Δίχως κινητό στο χέρι.