Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Σε όλο το ανατριχιαστικό πολιτικό πρόγραμμα του Τραμπ, ένα πρόγραμμα ξέφρενης πλουτοκρατίας και αχαλίνωτου μιλιταρισμού, βγαλμένο απευθείας από τα υγρά όνειρα της ελίτ, μία μόνο υπόσχεση μπορεί να θεωρηθεί θετική για τον υπόλοιπο πλανήτη: η σαφής πρόθεσή του, ήδη από την αρχή της προεκλογικής περιόδου, να αντιστρέψει τη νεο-ψυχροπολεμική ατζέντα των προκατόχων του και να «τα βρει» με την πουτινική Ρωσία, στο πλαίσιο ενός νέου «detente» – μιας νέας συμφωνίας κυρίων με τη Μόσχα, που θα επιτρέψει τη μελλοντική «συγκυριαρχία» των δύο μεγάλων δυνάμεων στο μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη, φυσικά με την Αμερική να διατηρεί το «πάνω χέρι».

Κάτι τέτοιο, φυσικά, δεν θα ήταν καθόλου εύκολο, ακόμη κι αν οι δύο πλευρές εμπλέκονταν μελλοντικά σε έναν ειλικρινή διάλογο για μια νέα μοιρασιά των σφαιρών επιρροής τους: η μεταξύ τους δυσπιστία έχει φτάσει στο κατακόρυφο, χάρη κυρίως σε μια σειρά προκλητικών ενεργειών της Δύσης στην περιφέρεια της ρωσικής επικράτειας.

Οπως δήλωσε χαρακτηριστικά την Πέμπτη ο ίδιος ο Πούτιν σε ομιλία του ενώπιον αξιωματούχων της FSB, της υπηρεσίας που διαδέχτηκε τη σοβιετική Κα-Γκε-Μπε, το Νο 1 αγκάθι για οποιονδήποτε ουσιαστικό διάλογο είναι η συνεχής επέκταση του ΝΑΤΟ προς Ανατολάς, με τη συγκέντρωση επίλεκτων τεθωρακισμένων δυνάμεων κοντά στα ρωσικά σύνορα, και η επιμονή των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ να «προσδιορίζουν τη Ρωσία ως την κύρια απειλή που αντιμετωπίζουν».

Από γεωστρατηγικής απόψεως ωστόσο, μια τέτοια στροφή «συμφιλίωσης» ακούγεται απολύτως λογική, νομοτελειακή σχεδόν: ο Τραμπ και οι βαθύπλουτοι «σπόνσορές» του βλέπουν την ταχύτατα αναπτυσσόμενη Κίνα, και όχι την ισχυρή στρατιωτικά αλλά εύθραυστη οικονομικά Ρωσία, ως βασική απειλή για τη συνέχιση της αμερικανικής ηγεμονίας.

Βλέπουν επίσης τη δήθεν Ενωμένη (και στην πραγματικότητα γερμανοκρατούμενη πλέον) Ευρώπη ως ισχυρό οικονομικό αντίπαλο και θέλουν πάση θυσία να εμποδίσουν μια «ευρασιατική» συμμαχία Ε.Ε.-Ρωσίας, που μέχρι πριν από μερικά χρόνια φαινόταν σχεδόν βέβαιη.

Το ζήτημα δεν είναι ιδεολογικό – ποτέ δεν ήταν.

Σ’ έναν κόσμο γεμάτο ατομικά όπλα, όπου οι μεγάλες δυνάμεις δεν μπορούν να πολεμήσουν απευθείας μεταξύ τους και γι’ αυτό επιλέγουν να διεξάγουν μόνο «πολέμους δι’ αντιπροσώπων» σε άτυχες χώρες-θύματα όπως η Συρία, η Ουκρανία και το Αφγανιστάν, το πατροπαράδοτο Μεγάλο Παιχνίδι έχει αλλάξει δραματικά: κερδίζει αυτός που καταφέρνει να «γονατίσει» την οικονομία του αντιπάλου, είτε οδηγώντας την σε μια χωρίς τέλος κούρσα εξοπλισμών, είτε στερώντας της κρίσιμους φυσικούς πόρους για την ανάπτυξη και την ευημερία της.

Κερδίζει, επίσης, όποιος αξιοποιεί καλύτερα την περίφημη «τριγωνική διπλωματία» για να σπάσει τις συμμαχίες του αντιπάλου και να τον απομονώσει πολιτικά, οικονομικά και στρατιωτικά.

Οι ΗΠΑ κέρδισαν την πρώτη τριγωνική παρτίδα της νεότερης εποχής στις αρχές της δεκαετίας του ‘70, όταν ο Χένρι Κίσινγκερ (αντλώντας από τα διδάγματα μεγάλων ιμπεριαλιστών δασκάλων σαν τον Ντισραέλι, τον Μέτερνιχ και τον Μπίσμαρκ) κατάφερε να εκμεταλλευτεί τις τριβές στον σινο-ρωσικό άξονα και να προσεταιριστεί το Πεκίνο, προτού οδηγήσει λίγα χρόνια αργότερα τη Μόσχα στην «αφγανική παγίδα» – το ρωσικό Βιετνάμ.

Σήμερα, μετά από 25 χρόνια αμερικανικής ηγεμονίας, η κατάσταση μοιάζει να έχει αντιστραφεί, με τη Ρωσία να έχει αποκαταστήσει τις σχέσεις της με την Κίνα, να συνεργάζεται με το Ιράν στη Μέση Ανατολή και να καλλιεργεί, παρά τις συνεχείς προκλήσεις των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ στα δυτικά της σύνορα και την Ουκρανία, μια σχέση ενεργειακής/οικονομικής αλληλεξάρτησης με τη Γερμανία και την υπόλοιπη Ευρώπη.

Ο Μπους και ο Ομπάμα, ιδίως στη δεύτερη θητεία του, έκαναν ό,τι περνούσε από τα χέρια τους για να δηλητηριάσουν αυτούς τους επικίνδυνους για τις ΗΠΑ δεσμούς, οδηγώντας ξανά τον κόσμο στα πρόθυρα ενός δεύτερου Ψυχρού Πολέμου και μιας νέας κούρσας εξοπλισμών.

Από αυτή την άποψη, ολόκληρο το ουκρανικό «εμφύλιο» δράμα σχεδιάστηκε και υλοποιήθηκε -με τη στρατολόγηση, φυσικά, μιας δράκας Ουκρανών νεοναζί, πνευματικών παιδιών του Μπαντέρας και των Waffen SS- σαν μια «σφήνα» που θα διέλυε τη ρωσο-ευρωπαϊκή συνεργασία.

Εν μέρει, το κατάφεραν: όμως η αλαζονεία της Αμερικής και η επιμονή της να καταστρέφει συστηματικά όσες περιοχές του πλανήτη δεν μπορεί αντικειμενικά να ελέγξει, ώστε να εμποδίσει την πρόσβαση των ανταγωνιστών της σε αυτές, προκαλούν (όπως συμβαίνει πάντα στην Ιστορία) τη συσπείρωση των άλλων μεγάλων δυνάμεων εναντίον της κυρίαρχης «Νέας Ρώμης».

Μόνον έχοντας υπ’ όψιν αυτό το βαθύτερο background, τη «μεγάλη εικόνα», μπορεί κανείς να εξηγήσει τη λύσσα με την οποία το «βαθύ κράτος» της Αμερικής, και ιδιαίτερα το στρατο-βιομηχανικό της σύμπλεγμα, που αναμένει τρισεκατομμύρια κερδών τις επόμενες δεκαετίες από τη νέα κούρσα εξοπλισμών, έχει βαλθεί τα τελευταία 24ωρα να πνίξει στην κούνια τις πρώτες δειλές προσπάθειες για μια ρωσοαμερικανική «εγκάρδια συνεννόηση», μέσα από τις συστηματικές διαρροές για τις «προκαταρκτικές» επαφές του συμβούλου Εθνικής Ασφαλείας του Τραμπ, Μάικ Φλιν, με τους Ρώσους ομολόγους του.

Ο Τραμπ αναγκάστηκε να απομακρύνει το δεξί του χέρι και να απολογείται συνεχώς προς τα ΜΜΕ, ενώ στην προχτεσινή συνέντευξη Τύπου-ποταμό που παραχώρησε παραδέχτηκε, σε μια σπάνια έκρηξη ειλικρίνειας, πως οι πιθανότητες ενός «ντιλ» με τον Πούτιν απομακρύνονται μέρα με τη μέρα.

Η «γερακίνα» Χίλαρι μπορεί να έχασε, αλλά η νεοψυχροπολεμική, βαθιά αντιρωσική της ατζέντα αποδεικνύεται πολύ σκληρή για να πεθάνει…